Τουρκικά μέσα παρουσιάζουν την εξαγγελία του Κυριάκου Μητσοτάκη για επέκταση του φράχτη στον Έβρο ως πολιτική κίνηση «κατά της Τουρκίας», επαναφέροντας στο προσκήνιο τα γεγονότα του 2020 και ανεβάζοντας τον τόνο της ρητορικής γύρω από τη διαχείριση των συνόρων.
Η εξαγγελία του Κυριάκου Μητσοτάκη για επέκταση του φράχτη στον Έβρο, ώστε να καλύψει όλη τη συνοριακή γραμμή, δεν αντιμετωπίζεται από τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης ως τεχνικό μέτρο συνοριακής ασφάλειας. Τουλάχιστον μέρος του τουρκικού Τύπου, όπως το Haber7, επιλέγει να τη «διαβάσει» και να την παρουσιάσει ως κίνηση με σαφή γεωπολιτικό αποδέκτη, υιοθετώντας γλώσσα αντιπαράθεσης.
Από τη συνοριακή διαχείριση στη «στοχοποίηση»
Το επικοινωνιακό framing των τουρκικών ΜΜΕ μετατοπίζει το βάρος από διαχειριστικού χαρακτήρα ζητήματα, όπως η φύλαξη συνόρων και η αποτροπή παράτυπων ροών, σε μια αφήγηση διακρατικής στοχοποίησης. Τίτλοι που μιλούν για «κίνηση κατά της Τουρκίας» ή για πρωτοβουλία που «στοχεύει απευθείας την Τουρκία» προσωποποιούν μια υποδομή συνοριακής ασφάλειας, παρουσιάζοντάς την ως πολιτικό μήνυμα προς την Άγκυρα.
Στο πλαίσιο αυτό, ο φράχτης δεν εμφανίζεται απλώς ως υλική κατασκευή ελέγχου ροών, αλλά ως σύμβολο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης. Η επιλογή λέξεων λειτουργεί πολλαπλασιαστικά: καλλιεργεί την αίσθηση ότι η Ελλάδα αναπτύσσει στρατηγική «θωράκισης απέναντι στην Τουρκία» και όχι μόνο μια πολιτική περιφρούρησης των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ.
«Υβριδική επίθεση» και αφήγημα απειλής
Κρίσιμο στοιχείο στο τουρκικό αφήγημα είναι η ανάδειξη της αναφοράς του Έλληνα πρωθυπουργού στον Φεβρουάριο 2020 ως περίοδο «υβριδικής επίθεσης» κατά της Ελλάδας, καθώς και η επισήμανση ότι η προστασία των συνόρων αποτελεί «απόλυτη προτεραιότητα». Στο εσωτερικό ελληνικό πλαίσιο, οι δηλώσεις αυτές εντάσσονται στην προσπάθεια αποτίμησης μιας κρίσιμης φάσης στα χερσαία σύνορα.
Όταν όμως προβάλλονται μέσα από τουρκικούς τίτλους και σχόλια, η λέξη «υβριδική επίθεση» διαβάζεται ως ευθεία κατηγορία προς την Άγκυρα. Αντίστοιχα, η τουρκική χρήση του όρου «στοχοποίηση» επιχειρεί να αντιστρέψει το πλαίσιο: η Ελλάδα παρουσιάζεται όχι ως χώρα που αντιδρά σε μια απειλή, αλλά ως χώρα που στέλνει εχθρικό μήνυμα. Αυτή η ανταλλαγή φορτισμένων όρων επιβαρύνει το κλίμα, ακόμη και χωρίς στρατιωτική ένταση.
Η ελληνική οπτική: φράχτης, άσυλο και συνοριακή πολιτική
Στην ελληνική κυβερνητική αφήγηση, ο φράχτης στον Έβρο παρουσιάζεται πρωτίστως ως εργαλείο συνοριακής διαχείρισης και πολιτικής ασύλου. Η έμφαση δίνεται στην ανάγκη ελέγχου των ροών, στην αποτροπή παράτυπης διέλευσης και στην οριοθέτηση νόμιμων καναλιών για την υποβολή αιτημάτων ασύλου, σε ευθυγράμμιση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η Αθήνα επιχειρεί έτσι να αποσυνδέσει την υποδομή από τη διμερή αντιπαράθεση και να την εντάξει σε μια πιο τεχνοκρατική λογική: πώς ένα κράτος-σύνορο της ΕΕ οργανώνει την προστασία των συνόρων και του συστήματος υποδοχής του, ανεξάρτητα από τη ρητορική που αναπτύσσεται στην άλλη πλευρά του ποταμού.
Η βαρύτητα της σημειολογίας σε περίοδο έντασης
Σε μια συγκυρία όπου η ευρύτερη περιοχή επιβαρύνεται από κρίσεις –πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ–Ιράν, κινητικότητα μεταναστευτικών ροών, αυξημένη ανασφάλεια– η σημειολογία αποκτά βαρύτητα ανάλογη με τις υλικές υποδομές. Ο φράχτης στον Έβρο είναι μεν φυσικό έργο συνοριακής ασφάλειας, αλλά επικοινωνιακά λειτουργεί ως πεδίο όπου κάθε πλευρά προβάλλει τις δικές της ανησυχίες, φόβους και στρατηγικές.
Η τουρκική πλευρά τον εντάσσει σε μια αφήγηση «στοχοποίησης» της Τουρκίας, η ελληνική κυβέρνηση τον παρουσιάζει ως αναγκαίο εργαλείο ελέγχου και προστασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι λέξεις που επιλέγονται –«υβριδική επίθεση», «κίνηση κατά της Τουρκίας», «απόλυτη προτεραιότητα»– δεν είναι απλώς ρητορική λεπτομέρεια, αλλά στοιχείο που επηρεάζει αντιλήψεις, εσωτερικά ακροατήρια και, τελικά, τα περιθώρια συνεννόησης.
Σχόλιο
: Η αντιπαράθεση γύρω από τον φράχτη του Έβρου δείχνει ότι στα ελληνοτουρκικά η μάχη δεν δίνεται μόνο στα σύνορα, αλλά και στον τρόπο που κάθε πλευρά «μεταφράζει» τις κινήσεις της άλλης.






