Ο Μπιλ Κλίντον, σε πολύωρη κατάθεση στο Κογκρέσο, αρνήθηκε ότι γνώριζε τα σεξουαλικά εγκλήματα του Τζέφρι Έπσταϊν. Οι Ρεπουμπλικάνοι εντείνουν την πολιτική πίεση γύρω από τις «Epstein files».
Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον κατέθεσε, υπό όρκο, ότι δεν είχε καμία γνώση για τα σεξουαλικά εγκλήματα του Τζέφρι Έπσταϊν, σε βιντεοσκοπημένη κατάθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα από την Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στο κλιμακούμενο πολιτικό και θεσμικό ενδιαφέρον για τα αποκαλούμενα «Epstein files» και το δίκτυο ισχυρών προσώπων που συνδέθηκαν με τον εκλιπόντα χρηματιστή και καταδικασμένο δράστη σεξουαλικών εγκλημάτων.
Η κατάθεση Κλίντον και η σχέση με τον Έπσταϊν
Σύμφωνα με το υλικό της κατάθεσης, που διήρκεσε δύο ημέρες, ο Κλίντον ανέφερε ότι γνώρισε τον Έπσταϊν το 2002, όταν επιβιβάστηκε στο ιδιωτικό του τζετ στο πλαίσιο ανθρωπιστικών ταξιδιών του ζεύγους Κλίντον. Υποστήριξε ότι οι επαφές τους διακόπηκαν περίπου έναν χρόνο αργότερα, πολύ πριν ο Έπσταϊν δηλώσει ένοχος το 2008 για αδίκημα σχετικό με εκπόρνευση ανήλικης.
«Δεν υπήρξε τίποτα που να είδα όταν βρισκόμουν κοντά του που να με κάνει να καταλάβω ότι διακινούσε γυναίκες», φέρεται να είπε ο Κλίντον στα μέλη της Επιτροπής. Τόνισε ότι δεν είχε καμία γνώση για το εύρος ή τον χαρακτήρα των εγκληματικών δραστηριοτήτων του Έπσταϊν και ότι η σχέση τους περιορίστηκε σε λίγες πτήσεις και εκδηλώσεις στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Την προηγούμενη ημέρα είχε καταθέσει και η Χίλαρι Κλίντον, η οποία, σύμφωνα με την περιγραφή της διαδικασίας, δήλωσε ότι δεν θυμάται καν να έχει συναντήσει ποτέ τον Έπσταϊν. Κανένα από τα δύο πρόσωπα δεν έχει κατηγορηθεί για παράνομες πράξεις σε σχέση με την υπόθεση.
Πολιτικές προεκτάσεις και αναφορές στον Ντόναλντ Τραμπ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε η αναφορά του Κλίντον σε παλαιότερη συνομιλία του με τον Ντόναλντ Τραμπ, πριν εκείνος εκλεγεί πρόεδρος. Ο Κλίντον κατέθεσε ότι ο Τραμπ τού είπε πως είχε περάσει «πολύ ωραίες στιγμές» με τον Έπσταϊν κατά το παρελθόν, προτού οι δύο άνδρες «τα σπάσουν» λόγω μιας διαφωνίας για κτηματομεσιτική συναλλαγή. Ο Κλίντον προσέθεσε, ωστόσο, ότι ο Τραμπ δεν είπε ποτέ κάτι που να τον κάνει να πιστέψει πως ο ίδιος εμπλεκόταν σε παράνομες πράξεις με τον Έπσταϊν.
Τόσο ο Κλίντον όσο και ο Τραμπ έχουν παραδεχθεί ότι διατηρούσαν κοινωνικές σχέσεις με τον Έπσταϊν πριν από το 2008, επιμένοντας όμως ότι δεν είχαν γνώση για τυχόν σεξουαλική εκμετάλλευση ή διακίνηση ανθρώπων. Η δημοσιοποίηση νέων εγγράφων και φωτογραφιών που συνδέουν τον Έπσταϊν με πολιτικούς, επιχειρηματίες, τεχνολογικούς μεγιστάνες και μέλη βασιλικών οικογενειών τροφοδοτεί τη δημόσια πίεση για πλήρη διαφάνεια.
Η στρατηγική των Ρεπουμπλικάνων και το διακύβευμα θεσμικής αξιοπιστίας
Η Επιτροπή Εποπτείας, με πλειοψηφία Ρεπουμπλικάνων, χρησιμοποιεί τις καταθέσεις υψηλού προφίλ –όπως των Κλίντον– για να αναδείξει πιθανές ευθύνες ή παραλείψεις του πολιτικού και δικαστικού συστήματος γύρω από την υπόθεση Έπσταϊν. Αν και μέχρι στιγμής δεν προκύπτουν νέες άμεσες κατηγορίες εις βάρος γνωστών πολιτικών προσώπων, η διαδικασία έχει σαφές πολιτικό φορτίο, σε μια περίοδο έντονου κομματικού διχασμού στις ΗΠΑ.
Για την αμερικανική δημοκρατία, το διακύβευμα ξεπερνά τα πρόσωπα των Κλίντον ή του Τραμπ: αφορά την ικανότητα των θεσμών να διερευνούν με διαφάνεια υποθέσεις όπου τέμνονται πλούτος, εξουσία και βαριά εγκλήματα. Καθώς οι «Epstein files» συνεχίζουν να αποκαλύπτουν το εύρος των διασυνδέσεων του χρηματιστή με τις παγκόσμιες ελίτ, η πίεση για πλήρη δημοσιοποίηση στοιχείων και λογοδοσία αναμένεται να ενταθεί.
Σχόλιο
: Η κατάθεση Κλίντον δείχνει πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα σε «κοινωνικές γνωριμίες» και σε πολιτικό κόστος όταν αποκαλύπτονται εγκλήματα που αγγίζουν τις ελίτ. Ανεξάρτητα από το αν προκύψουν νέες ευθύνες, η υπόθεση Έπσταϊν λειτουργεί ως crash test για την αξιοπιστία των αμερικανικών θεσμών και τα όρια της διαπλοκής πλούτου, πολιτικής και δικαιοσύνης.






