Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι η Ελλάδα διαθέτει επάρκεια εφοδιασμού σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια, παρά την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Στο ΥΠΕΝ χαρτογράφησαν τους κινδύνους για ασφάλεια εφοδιασμού και τιμές, με έμφαση στη διαφοροποίηση πηγών.
Μήνυμα καθησυχασμού προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις έστειλε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, μετά την ευρεία σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο ΥΠΕΝ με τη συμμετοχή του υφυπουργού Νίκου Τσάφου και εκπροσώπων εταιρειών πετρελαίου, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Αντικείμενο ήταν η αποτίμηση της κλιμακούμενης κρίσης στη Μέση Ανατολή και οι πιθανές επιπτώσεις στην ελληνική αγορά ενέργειας, τόσο σε επίπεδο ασφάλειας εφοδιασμού όσο και σε επίπεδο τιμών.
Επάρκεια εφοδιασμού και ρόλος του ενεργειακού μείγματος
Σύμφωνα με τη δήλωση του υπουργού, στη σύσκεψη επιβεβαιώθηκε ότι «υπάρχει επάρκεια εφοδιασμού» στην Ελλάδα. Αυτό αφορά το σύνολο της αλυσίδας ενέργειας – υγρά καύσιμα, φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια – σε μια συγκυρία όπου η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο διαταραχών στις ροές και απότομων διακυμάνσεων στις διεθνείς τιμές.
Ο Σταύρος Παπασταύρου τόνισε ότι «η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ακολουθεί μία ισορροπημένη ενεργειακή πολιτική» και απέδωσε την ενισχυμένη ανθεκτικότητα της χώρας στο διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα. Η στρατηγική αυτή στηρίζεται στη μείωση της εξάρτησης από έναν μόνο προμηθευτή ή μία μόνο διαδρομή τροφοδοσίας, στην αξιοποίηση πολλαπλών πηγών και διασυνδέσεων και στη σταδιακή ενίσχυση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο σύστημα.
Η επισήμανση ότι «η ενεργειακή ασφάλεια συνιστά εθνική ασφάλεια» αναδεικνύει τη μετατόπιση του ζητήματος από στενά οικονομικό σε γεωπολιτικό και θεσμικό. Σε περιβάλλον αυξημένων διεθνών εντάσεων, η διασφάλιση της αδιάλειπτης τροφοδοσίας της χώρας με καύσιμα και ενέργεια αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της συνολικής στρατηγικής ασφάλειας.
Συντονισμός με Ευρώπη και αγορά – οι επόμενες προκλήσεις
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι το ΥΠΕΝ βρίσκεται «σε διαρκή επικοινωνία, σε πραγματικό χρόνο, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ρυθμιστή, τους διαχειριστές και τις εταιρείες ενέργειας». Η αναφορά αυτή δείχνει ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να κινηθεί σε δύο επίπεδα: αφενός στον ευρωπαϊκό συντονισμό, όπου λαμβάνονται αποφάσεις για κοινές δράσεις σε αποθέματα, υποδομές και αγορές φυσικού αερίου, αφετέρου στον εθνικό επιχειρησιακό σχεδιασμό με τους αρμόδιους φορείς και τους παίκτες της αγοράς.
Παρότι η επάρκεια εφοδιασμού εμφανίζεται διασφαλισμένη, η πραγματική δοκιμασία αφορά την εξέλιξη των τιμών σε περίπτωση παρατεταμένης ή περαιτέρω κλιμάκωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα η βιομηχανία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις, παραμένουν ευάλωτες σε απότομες αυξήσεις του ενεργειακού κόστους, ενώ τα νοικοκυριά έχουν ήδη επιβαρυνθεί τα προηγούμενα χρόνια από την ενεργειακή κρίση.
Η σύσκεψη στο ΥΠΕΝ αποτελεί ένδειξη προληπτικής κινητοποίησης, όμως το βάρος μεταφέρεται πλέον στην ικανότητα της κυβέρνησης να παρέμβει έγκαιρα, αν απαιτηθεί, με στοχευμένα μέτρα στήριξης και με περαιτέρω ενίσχυση των υποδομών αποθήκευσης και των διασυνδέσεων.
Σχόλιο
: Η κυβέρνηση επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη βελτιωμένη ενεργειακή θωράκιση της χώρας, όμως η πραγματική πρόκληση είναι η διαχείριση του κόστους για την πραγματική οικονομία, αν οι γεωπολιτικές εντάσεις παραταθούν. Η επάρκεια εφοδιασμού είναι αναγκαία συνθήκη· δεν αρκεί χωρίς σταθερές και ανταγωνιστικές τιμές.






