Η εκτίναξη του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια προκαλεί ισχυρές αναταράξεις σε μετοχές, ομόλογα και νομίσματα. Η G7 εξετάζει συντονισμένη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων για να ανακόψει το σοκ στην παγκόσμια οικονομία.
Η απότομη άνοδος των τιμών του πετρελαίου σε τριψήφια επίπεδα επανέφερε με οξύ τρόπο τον κίνδυνο ενεργειακού σοκ στις διεθνείς αγορές. Το Brent εκτινάχθηκε ενδοσυνεδριακά έως τα 119 δολάρια το βαρέλι, στο υψηλότερο σημείο από το 2022, πριν υποχωρήσει εκ νέου λίγο πάνω από τα 100 δολάρια. Η εκτίναξη αυτή λειτούργησε ως καταλύτης για γενικευμένες ρευστοποιήσεις σε μετοχές και κρατικά ομόλογα, με τους επενδυτές να προεξοφλούν αναζωπύρωση του πληθωρισμού και αυξημένο κίνδυνο ύφεσης.
Πίεση σε μετοχές και ομόλογα, ενίσχυση του δολαρίου
Στην Ευρώπη, οι βασικοί δείκτες κινούνται πτωτικά άνω του 1%, με τον DAX να υποχωρεί περίπου 1,3%, τον CAC σχεδόν 1,9% και τον Stoxx 600 γύρω στο 1,4%. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στην περιφέρεια, με τον ισπανικό IBEX και τον ιταλικό MIB να κινούνται επίσης αρνητικά. Στην Ασία, η αντίδραση υπήρξε ακόμη πιο βίαιη, με τον Nikkei να κλείνει με βουτιά 5%, ενώ τα futures στη Wall Street προεξοφλούν πτώση κοντά στη μονάδα.
Η πίεση δεν περιορίζεται στις μετοχές. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ανεβαίνουν, αντανακλώντας αναθεωρημένες προσδοκίες για τα επιτόκια λόγω του νέου πληθωριστικού κύματος. Το γερμανικό 10ετές κινείται κοντά στα υψηλά από το 2011, ενώ οι αποδόσεις σε Ηνωμένο Βασίλειο και Ιταλία ενισχύονται αισθητά. Στην αγορά συναλλάγματος, το δολάριο λειτουργεί ως ασφαλές καταφύγιο, ενισχυόμενο έναντι ευρώ και στερλίνας, με τον σχετικό δείκτη δολαρίου να κερδίζει περίπου 0,5%.
Γεωπολιτική ένταση, G7 και κίνδυνος ενεργειακής ασφυξίας
Ο βασικός παράγοντας πίσω από το ράλι του πετρελαίου είναι η κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν και η εύθραυστη ισορροπία στον Περσικό Κόλπο. Η κήρυξη ανωτέρας βίας από την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία του Μπαχρέιν, μετά από ιρανική επίθεση σε διυλιστήριο, αποτελεί δεύτερο τέτοιο περιστατικό στην περιοχή μετά το Κατάρ, εντείνοντας τους φόβους για διαταραχές στην προσφορά.
Οι υπουργοί Οικονομικών της G7, σε συντονισμό με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, εξετάζουν κοινή αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων ώστε να σταθεροποιήσουν την αγορά. Η ίδια η συζήτηση για χρήση αποθεμάτων υπογραμμίζει το μέγεθος της ανησυχίας για την επάρκεια προμηθειών, σε μια συγκυρία όπου τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν ήδη υποχωρήσει κάτω από το 30%.
Παράλληλα, η εσωτερική πολιτική εξέλιξη στο Ιράν, με την ανάδειξη του Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ως διαδόχου του δολοφονημένου ανώτατου ηγέτη, προσθέτει αβεβαιότητα για τη μελλοντική κατεύθυνση της χώρας. Οι νέες ισραηλινές επιθέσεις σε στόχους στο Ιράν και τον Λίβανο επιβαρύνουν περαιτέρω το κλίμα στην περιοχή.
Πληθωριστικός κίνδυνος και ανατροπή προσδοκιών για τα επιτόκια
Η αγορά αναπροσαρμόζει ταχύτατα τις προσδοκίες της για την πορεία της νομισματικής πολιτικής. Η άνοδος των τιμών ενέργειας απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό τη στιγμή που πολλές κεντρικές τράπεζες βρίσκονταν κοντά σε κύκλο χαλάρωσης. Η προοπτική παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και διαρκούς αναταραχής στην προσφορά καυσίμων μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος για βιομηχανία, μεταφορές και νοικοκυριά, με κίνδυνο να πλήξει την παγκόσμια ανάπτυξη.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να πλαισιώσει την άνοδο των τιμών ως «μικρό τίμημα» για την αντιμετώπιση της ιρανικής πυρηνικής απειλής, υιοθετώντας μια καθαρά γεωπολιτική οπτική. Οι αγορές, ωστόσο, εστιάζουν στον άμεσο οικονομικό αντίκτυπο: αυξημένη μεταβλητότητα, στροφή σε ασφαλή καταφύγια και επιβάρυνση των οικονομιών που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας, με την Ευρώπη στην πρώτη γραμμή.
Σχόλιο
: Η τρέχουσα κρίση δείχνει πόσο εύθραυστη παραμένει η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και πόσο γρήγορα μπορεί να ανατραπεί το αφήγημα αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού. Αν η G7 δεν καταφέρει να σταθεροποιήσει τις αγορές μέσω συντονισμένων κινήσεων, οι κεντρικές τράπεζες θα βρεθούν ξανά παγιδευμένες ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης της ανάπτυξης και στην υποχρέωση τιθάσευσης των τιμών, με τις αγορές να τιμολογούν αυξημένα ασφάλιστρα κινδύνου σε μετοχές και ομόλογα.






