Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εισηγείται πρωτοφανή αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου. Η G7 συνεδριάζει εκτάκτως για τις ενεργειακές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Σε καθεστώς ύψιστης ενεργειακής επιφυλακής τίθενται οι μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες του πλανήτη, καθώς ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ/IEA) εισηγείται άνευ προηγουμένου αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, προκειμένου να ανακοπεί η εκτίναξη των τιμών που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Την ίδια ώρα, οι ηγέτες της G7 συνεδριάζουν μέσω τηλεδιάσκεψης υπό την προεδρία του Εμανουέλ Μακρόν, με αποκλειστικό αντικείμενο τις ενεργειακές και οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης.
Ιστορικού μεγέθους παρέμβαση στις αγορές πετρελαίου
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται η Wall Street Journal, η πρόταση του ΔΟΕ προβλέπει αποδέσμευση ποσοτήτων μεγαλύτερων από τα 182 εκατ. βαρέλια που διοχετεύθηκαν στην αγορά σε δύο φάσεις το 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Πρόκειται για κίνηση που, εφόσον εγκριθεί, θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη συντονισμένη χρήση στρατηγικών αποθεμάτων στην ιστορία του οργανισμού, σηματοδοτώντας την κρισιμότητα της τρέχουσας συγκυρίας.
Η ιδέα διατυπώθηκε σε κατεπείγουσα συνεδρίαση αξιωματούχων από τα 32 κράτη μέλη του ΔΟΕ στο Παρίσι, με την απόφαση να αναμένεται εντός της ημέρας. Οι χώρες της G7 έχουν ήδη ζητήσει από τον οργανισμό να καταρτίσει συγκεκριμένα σενάρια για το εύρος και τη διάρκεια μιας πιθανής απελευθέρωσης αποθεμάτων, καθώς και για τις ποσότητες που θα μπορούσαν να διατεθούν χωρίς να διακινδυνεύσει η ενεργειακή ασφάλεια μεσοπρόθεσμα.
Η Γαλλία, η οποία ασκεί την προεδρία της G7, διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στον συντονισμό των κινήσεων. Όπως ανέφερε ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ, στόχος είναι οι επτά πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες να είναι έτοιμες να αξιοποιήσουν τα στρατηγικά αποθέματα εφόσον η αναταραχή στη Μέση Ανατολή κλιμακωθεί ή παραταθεί.
Γεωπολιτικός κίνδυνος, πληθωρισμός και πολιτικό κόστος
Η σύγκλιση της G7 αντανακλά τον φόβο ότι μια παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με πιθανές διαταραχές σε κρίσιμα θαλάσσια περάσματα, μπορεί να ωθήσει το πετρέλαιο σε επίπεδα που θα αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό και θα πλήξουν την παγκόσμια ανάπτυξη. Ήδη καταγράφονται αυξήσεις στα καύσιμα σε Ευρώπη και ΗΠΑ, γεγονός που δημιουργεί ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις στις κυβερνήσεις.
Η χρήση των στρατηγικών αποθεμάτων είναι από τα ισχυρότερα εργαλεία που διαθέτουν οι ανεπτυγμένες οικονομίες για να μετριάσουν βραχυπρόθεσμα τις τιμές της ενέργειας. Ωστόσο, πρόκειται για δίκοπο μαχαίρι: από τη μία πλευρά προσφέρει άμεση ανακούφιση στις αγορές και στα νοικοκυριά, από την άλλη όμως περιορίζει τα διαθέσιμα «μαξιλάρια» για μελλοντικές κρίσεις και μπορεί να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση αφθονίας, αποθαρρύνοντας επενδύσεις σε παραγωγή και εξοικονόμηση ενέργειας.
Για την Ευρώπη, που εξακολουθεί να αναζητά νέα ενεργειακή ισορροπία μετά την αποκοπή από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, μια νέα εκτίναξη του κόστους πετρελαίου θα μπορούσε να υπονομεύσει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και να επιβαρύνει εκ νέου τους κρατικούς προϋπολογισμούς με μέτρα στήριξης. Η στάση της G7 απέναντι στην πρόταση του ΔΟΕ θα αποτελέσει βαρόμετρο για την προθυμία των κυβερνήσεων να «κάψουν» στρατηγικά αποθέματα προκειμένου να αποτρέψουν έναν νέο ενεργειακό σοκ.
Σχόλιο
: Αν η G7 ανάψει πράσινο φως σε αποδέσμευση μεγαλύτερη από το 2022, θα πρόκειται για ξεκάθαρο μήνυμα ότι προτεραιότητα είναι η άμεση αποκλιμάκωση των τιμών, ακόμη και με κόστος τη μείωση των στρατηγικών «αποθεμάτων ασφαλείας». Η αγορά θα το διαβάσει ως βραχυπρόθεσμο ανάχωμα στην άνοδο του πετρελαίου, αλλά όχι ως μόνιμη λύση: χωρίς σταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή και επενδύσεις σε εναλλακτικές πηγές, ο κίνδυνος νέων σοκ παραμένει υψηλός.






