Η αρχική στρατηγική ταχείας αποκεφαλιστικής νίκης κατά του ιρανικού καθεστώτος κατέρρευσε. Ο άξονας ΗΠΑ–Ισραήλ περνά πλέον σε κλιμακωτή φθορά μέσω μαζικών πληγμάτων σε υποδομές και άμαχους.
Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, όπως περιγράφεται από τον καθηγητή ειρηνευτικών σπουδών Πολ Ρότζερς, έχει εισέλθει σε μια δεύτερη, πολύ πιο σκοτεινή φάση. Η αρχική επιχείρηση «ταχείας νίκης» μέσω αποκεφαλισμού της ιρανικής ηγεσίας απέτυχε, αφήνοντας ανέπαφη τη δομή του καθεστώτος και αναγκάζοντας την Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ να αναζητήσουν ένα σχέδιο Β.
Αποτυχία της στρατηγικής αποκεφαλισμού και το αδιέξοδο
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο πραγματικός αρχιτέκτονας του πολέμου δεν είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Για το Ισραήλ, μια έκβαση όπου το ιρανικό καθεστώς επιβιώνει, έστω βαριά τραυματισμένο, θεωρείται στρατηγική ήττα. Σε αυτό το σενάριο, η Τεχεράνη θα είχε ισχυρό κίνητρο να επιταχύνει την ανάπτυξη έστω και ενός «ακατέργαστου» πυρηνικού όπλου ως αποτρεπτικό μέσο για μελλοντικές επιθέσεις.
Η αρχική ιδέα ήταν η στοχευμένη εξόντωση του ανώτατου ηγέτη και της κορυφής των Φρουρών της Επανάστασης, ώστε να καταρρεύσει η θεοκρατική εξουσία. Όμως, όπως είχε προβλέψει και αμερικανική προπολεμική εκτίμηση, το ιρανικό σύστημα αποδείχθηκε πιο ανθεκτικό. Νέος ηγέτης ανέλαβε γρήγορα, ενώ θεωρείται βέβαιο ότι υπάρχουν ήδη «εφεδρικές» διαδοχές.
Παράλληλα, η επιπλέον ανάπτυξη αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή –με προετοιμασία για τρίτη ομάδα αεροπλανοφόρου– διαψεύδει την αισιόδοξη ρητορική περί «σχεδόν κερδισμένου πολέμου».
Σχέδιο Β: Μειονοτικές εξεγέρσεις και το δόγμα Νταχίγια
Το νέο στρατηγικό πλαίσιο έχει δύο σκέλη. Το πρώτο, δευτερεύον, είναι η προσπάθεια αποδυνάμωσης του ιρανικού κράτους μέσω υποκίνησης μειονοτικών κινημάτων – Κούρδων και πιθανώς Μπαλούχων – ώστε να επιταχυνθεί η εσωτερική αποσύνθεση. Ωστόσο, οι Κούρδοι εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι τόσο στο Ισραήλ όσο και στις ΗΠΑ υπό τον Τραμπ, δεδομένης της ιστορικής εμπειρίας εγκατάλειψης.
Το δεύτερο σκέλος, πολύ πιο κρίσιμο, είναι η υιοθέτηση και γενίκευση του λεγόμενου «δόγματος Νταχίγια». Πρόκειται για την ισραηλινή στρατηγική που πρεσβεύει ότι, όταν δεν μπορείς να εξοντώσεις την ηγεσία ή να τερματίσεις μια εξέγερση, επιδιώκεις τη νίκη μέσω συστηματικής τιμωρίας του άμαχου πληθυσμού και καταστροφής βασικών υποδομών.
Το δόγμα πήρε το όνομά του από τη συνοικία Νταχίγια στο νότιο προάστιο της Βηρυτού, προπύργιο της Χεζμπολάχ, που ισοπεδώθηκε το 2006 και βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο. Έχει εφαρμοστεί μαζικά και στη Γάζα τα τελευταία 2,5 χρόνια, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς Παλαιστινίους και εκτεταμένα ερείπια, χωρίς όμως να εξαλειφθεί η Χαμάς.
Κλιμάκωση στην Τεχεράνη και κίνδυνος παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης
Παρά τις αποτυχίες σε Λίβανο και Γάζα, οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις και η αμερικανική αεροπορία εφαρμόζουν πλέον το ίδιο δόγμα και στο Ιράν, με διαδοχικά πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές. Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας προανήγγειλε την «πιο εντατική ημέρα πληγμάτων εντός Ιράν», υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη «χάνει άσχημα» μετά από δέκα ημέρες επιχειρήσεων.
Ωστόσο, η κλίμακα είναι ασύγκριτη: το Ιράν, με περίπου 93 εκατομμύρια κατοίκους, είναι πάνω από 40 φορές μεγαλύτερο από τη Γάζα. Η προσπάθεια να καμφθεί η βούληση ενός τέτοιου πληθυσμού μέσω βομβαρδισμών είναι, κατά τον Ρότζερς, σχεδόν πρακτικά ανέφικτη. Αντίθετα, θεωρεί βέβαιο ότι οι Φρουροί της Επανάστασης θα απαντήσουν με κλιμακωτές επιθέσεις στις πετρελαϊκές και αεριοπαραγωγές υποδομές των κρατών του Κόλπου – ΗΑΕ, Κατάρ, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να πυροδοτήσει παγκόσμια ενεργειακή κρίση συγκρίσιμη με τα σοκ του 1973-74, με εκτίναξη τιμών και βαθιά ύφεση. Ήδη, εντός Ισραήλ και Ουάσινγκτον διαφαίνονται πρώιμες ενδείξεις αμφισβήτησης της στρατηγικής, καθώς μέρος της κοινής γνώμης και των ελίτ αναζητεί διέξοδο από έναν πόλεμο χωρίς σαφή προοπτική νίκης.
Σχόλιο
: Η μετατόπιση σε μια στρατηγική μαζικής τιμωρίας αμάχων δείχνει στρατηγική ένδεια και όχι ισχύ. Αν το Ιράν απαντήσει χτυπώντας την καρδιά της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς, η σύγκρουση από περιφερειακή θα μετατραπεί σε καταλύτη παγκόσμιας ύφεσης. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια καθιστά μια τέτοια κλιμάκωση άμεση οικονομική απειλή, πολύ πέρα από το πεδίο της γεωπολιτικής ανάλυσης.






