Η αιματηρή στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ κατά του Ιράν τροφοδοτεί πιέσεις για ακύρωση της επίσημης επίσκεψης του βασιλιά Κάρολου στην Ουάσινγκτον. Ωστόσο, η διατήρηση του ταξιδιού αναδεικνύεται ως κρίσιμη για τη μακροπρόθεσμη σχέση Ηνωμένου Βασιλείου – ΗΠΑ.
Η επικείμενη επίσημη επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου Γ΄ στις Ηνωμένες Πολιτείες, με αφορμή τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, εξελίσσεται σε πεδίο έντονης πολιτικής και ηθικής αντιπαράθεσης στο Λονδίνο. Η Ουάσινγκτον βρίσκεται στο επίκεντρο διεθνούς κατακραυγής για τον «απρόκλητο» πόλεμο κατά του Ιράν, με πάνω από 1.000 νεκρούς αμάχους και τεράστιες παρενέργειες για την παγκόσμια οικονομία, συμπεριλαμβανομένης της βρετανικής.
Στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου, η κοινή γνώμη γέρνει υπέρ της ακύρωσης. Σύμφωνα με δημοσκόπηση, το 46% των Βρετανών θεωρεί ότι η επίσκεψη πρέπει να εγκαταλειφθεί, έναντι 36% που επιθυμούν να πραγματοποιηθεί, ενώ 18% παραμένουν αναποφάσιστοι. Η σκληρή ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επιτίθεται στον Βρετανό πρωθυπουργό χαρακτηρίζοντάς τον «loser» και «όχι Ουίνστον Τσόρτσιλ» επειδή δεν συμμετέχει στον πόλεμο, επιβαρύνει περαιτέρω το κλίμα.
Ο ρόλος της μοναρχίας και ο κίνδυνος για τις διμερείς σχέσεις
Η Ντάουνινγκ Στριτ αποφεύγει να επιβεβαιώσει οριστικά το ταξίδι, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η διάρκειας και η ένταση του πολέμου στο Ιράν θα επηρεάσουν την τελική απόφαση. Κάποιοι εκτιμούν ότι αυτή η εκκρεμότητα λειτουργεί ως έμμεση πίεση προς τον Τραμπ για κατάπαυση του πυρός, σε έναν πόλεμο του οποίου την πορεία φαίνεται να επηρεάζει καθοριστικά ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ωστόσο, η ακύρωση, προειδοποιούν αναλυτές, θα συνιστούσε βαρύ πλήγμα για τις αγγλοαμερικανικές σχέσεις. Ο βασιλιάς δεν είναι εκλεγμένος ηγέτης ούτε διαμορφωτής κυβερνητικής πολιτικής· ενσαρκώνει, με βάση την κλασική διάκριση, το «αξιοπρεπές» και όχι το «αποτελεσματικό» σκέλος του Συντάγματος. Η εκτελεστική εξουσία του Στέμματος είναι κατά βάση συμβολική, με την πραγματική κυριαρχία να ανήκει στο Κοινοβούλιο από το 1689. Μία ακύρωση θα μπορούσε να εκληφθεί ως κίνηση με εσωτερικό πολιτικό πρόσημο, επιβαρύνοντας το ήδη τεταμένο υπόβαθρο από τη δεύτερη, «κουτσουρεμένη» επίσκεψη Τραμπ στο Λονδίνο το 2025.
Μακροχρόνιοι δεσμοί πέρα από τον Τραμπ και τον πόλεμο
Η ουσία του επιχειρήματος υπέρ της πραγματοποίησης της επίσκεψης είναι ότι οι κρατικές επισκέψεις δεν αφορούν πρωτίστως κυβερνήσεις, αλλά λαούς και πολιτισμούς. Τα βαθιά πλέγματα συνεργασίας σε χρηματοοικονομικά, επιστήμη, εκπαίδευση, πολιτισμό και ακόμη και οικογενειακές σχέσεις μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ υπερβαίνουν τον εκάστοτε ένοικο του Λευκού Οίκου. Ο Τραμπ, άλλωστε, με τις ρίζες του στη Σκωτία, είναι ο ίδιος προϊόν αυτής της διαχρονικής διασύνδεσης.
Η ιστορική εγγύτητα των δύο χωρών ανάγεται στη Συνθήκη των Παρισίων του 1783, όταν η Βρετανία αναγνώρισε την αμερικανική ανεξαρτησία. Όπως φέρεται να είπε τότε Βρετανός διαπραγματευτής, «θα μιλούν όλοι αγγλικά». Η πολιτιστική και γλωσσική αυτή συγγένεια έκτοτε τροφοδοτεί μια ιδιαίτερη σχέση, την οποία η επίσκεψη Καρόλου καλείται να τιμήσει, ακόμη και – ή ιδίως – σε μια περίοδο έντονης διαφωνίας για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.
Η αμερικανική προεδρία, δομικά εγκλωβισμένη στην κομματική πόλωση, συχνά αδυνατεί να ανταποκριθεί στο παγκόσμιο βάρος του αξιώματος. Αντίθετα, η κληρονομική μοναρχία προσφέρει, κατά τους υποστηρικτές της, ένα είδος ουδέτερης αρχηγίας κράτους, ικανής να σταθεί πάνω από την τρέχουσα πολιτική σύγκρουση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κάρολος καλείται να εκπροσωπήσει ένα έθνος που δείχνει κατανόηση προς έναν λαό, ο οποίος παλεύει με τις επιλογές ενός προέδρου που μοιάζει αβέβαιος για την πορεία στην οποία οδηγεί τη χώρα.
Η επίσκεψη, επομένως, δεν νομιμοποιεί τη στρατιωτική εκστρατεία στο Ιράν, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως υπενθύμιση ότι οι δεσμοί μεταξύ Βρετανών και Αμερικανών είναι βαθύτεροι από έναν πόλεμο και μια προεδρική θητεία.
Σχόλιο
: Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα– η συζήτηση γύρω από την επίσκεψη Καρόλου φωτίζει το διαχρονικό δίλημμα: πώς διατηρείς στρατηγικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ όταν διαφωνείς βαθιά με τις στρατιωτικές τους επιλογές. Η απάντηση φαίνεται να κλίνει προς τη «συνεχιζόμενη εμπλοκή» και όχι προς την απομόνωση, με το συμβολικό επίπεδο της διπλωματίας να λειτουργεί ως γέφυρα, την ώρα που η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει ήδη ενεργειακές αγορές και πληθωρισμό στην Ευρώπη.






