Η οριακή επικράτηση του Τζεμ Όζντεμιρ στη Βάδη-Βυρτεμβέργη λειτουργεί ως τεστ στρατηγικής για τους Γερμανούς Πράσινους. Το κόμμα καλείται να επιλέξει αν θα κινηθεί προς το κέντρο ή θα επανεφεύρει την αριστερή, οικολογική του ταυτότητα.
Η πρόσφατη εκλογική νίκη του Τζεμ Όζντεμιρ στη Βάδη-Βυρτεμβέργη δεν είναι απλώς μια περιφερειακή επιτυχία. Για το γερμανικό κόμμα των Πρασίνων, που μετρά περίπου 180.000 μέλη και αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πράσινους σχηματισμούς παγκοσμίως, λειτουργεί ως σημείο καμπής μετά από μια μακρά περίοδο ήττων και εσωστρέφειας.
Από κυβερνητικός εταίρος σε αντιπολίτευση και κρίση ταυτότητας
Μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές, όπου οι Πράσινοι υποχώρησαν στο 11,6% από σχεδόν 15% το 2021, το κόμμα βρέθηκε εκτός κυβέρνησης. Η προηγούμενη συμμετοχή του στον συνασπισμό με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Φιλελεύθερους υπό τον Όλαφ Σολτς έδωσε τη θέση της στα έδρανα της αντιπολίτευσης, καθώς καγκελάριος ανέλαβε ο Φρίντριχ Μερτς της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης.
Την εκλογική ήττα ακολούθησε και η απώλεια των δύο πιο αναγνωρίσιμων προσώπων του κόμματος. Ο πρώην αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική, ενώ η πρώην υπουργός Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ μετακινήθηκε στη Νέα Υόρκη για εργασία στα Ηνωμένα Έθνη. Το κενό ηγεσίας επιδείνωσε τη συζήτηση για το αν οι Πράσινοι πρέπει να επανέλθουν σε πιο αριστερή, κλιματικά ριζοσπαστική γραμμή ή να διεκδικήσουν εκ νέου τον χώρο του κέντρου.
Η «προσωποκεντρική» συνταγή Όζντεμιρ και οι εσωτερικές αντιδράσεις
Σε αυτό το περιβάλλον, η επιτυχία του βετεράνου των Πρασίνων και πρώην υπουργού Γεωργίας Τζεμ Όζντεμιρ στη Βάδη-Βυρτεμβέργη απέκτησε συμβολική βαρύτητα. Ο Όζντεμιρ, παιδί Τούρκων μεταναστών, επέλεξε μια στρατηγική πλήρως προσανατολισμένη στο πρόσωπό του: στις αφίσες του δεν εμφανιζόταν καν η λέξη «Πράσινοι», παρά μόνο ένα μικρό λογότυπο με το ηλιοτρόπιο. Τα αιτήματα για κλιματική πολιτική παρέμειναν χαμηλότονα, μακριά από προκλητικές εξαγγελίες.
Η τακτική αυτή, που οδήγησε σε στενή αλλά κρίσιμη νίκη και σε συνέχιση του συνασπισμού με τη CDU στο κρατίδιο, δεν έγινε ομόφωνα δεκτή στο εσωτερικό του κόμματος. Η νεολαία «Grüne Jugend» υποδέχθηκε τον θρίαμβο με τη φράση: «Οι εκλογικές νίκες είναι άνευ αξίας αν δεν διασφαλίζουν μια κυβέρνηση με ξεκάθαρη κοινωνική πολιτική», υποδηλώνοντας ότι η μετριοπαθής στροφή συνοδεύτηκε από αραίωση των κοινωνικών και οικολογικών αιχμών.
Ακόμη και η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας Μπρίτα Χάσελμαν αναγνώρισε μεν τη σημασία της νίκης, αλλά προειδοποίησε ότι η «συνταγή Βάδης-Βυρτεμβέργης» δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως σε άλλα κρατίδια, όπως η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία ή το Βερολίνο, όπου οι κοινωνικές και οικονομικές πραγματικότητες διαφέρουν.
Κέντρο ή αριστερά; Το δίλημμα ενόψει νέων εκλογικών αναμετρήσεων
Την ίδια στιγμή, σημαντικά στελέχη στο Βερολίνο βλέπουν στη νίκη Όζντεμιρ ένα πρότυπο για επανεκκίνηση. Ο αντιπρόεδρος της Bundestag και πρώην συμπρόεδρος των Πρασίνων, Όμιντ Νουριπούρ, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «οδηγό» για το πώς το κόμμα μπορεί να ξαναγίνει πλειοψηφικό, εφόσον «ακούει τους πολίτες, εστιάζει στην πραγματικότητα της ζωής τους και διεκδικεί τη θέση του στο κέντρο της κοινωνίας».
Το διακύβευμα είναι σαφές: θα επιδιώξουν οι Πράσινοι να παγιωθούν ως κόμμα του κεντρώου χώρου, ικανοί να συνομιλήσουν με τη συντηρητική παράταξη, ή θα στραφούν εκ νέου προς τα αριστερά, προωθώντας συμμαχίες με τους Σοσιαλδημοκράτες και την Αριστερά; Οι επικείμενες εκλογές στη Ρηνανία-Παλατινάτο, όπου οι Πράσινοι ήδη συγκυβερνούν με SPD και FDP, καθώς και οι κάλπες στο Βερολίνο τον Σεπτέμβριο, θα λειτουργήσουν ως εργαστήρια αυτής της στρατηγικής αντιπαράθεσης.
Παράλληλα, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τα περιβαλλοντικά ζητήματα χάνουν έδαφος έναντι των οικονομικών ανησυχιών, γεγονός που ενισχύει την επιλογή Όζντεμιρ να απευθυνθεί στο κέντρο. Όμως, όπως επισημαίνουν αναλυτές, δεν διαθέτουν όλα τα κρατίδια πρόσωπα αντίστοιχου βάρους και αναγνωρισιμότητας, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο η «συνταγή Όζντεμιρ» να μην είναι επαναλήψιμη σε εθνική κλίμακα.
Σχόλιο
: Η περίπτωση των Γερμανών Πρασίνων φωτίζει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα: τα κόμματα οικολογικής προέλευσης δυσκολεύονται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην πίεση για «κυβερνησιμότητα» και στη διατήρηση μιας καθαρής, ριζοσπαστικής ταυτότητας. Η επιτυχία Όζντεμιρ δείχνει ότι η προσωποκεντρική, μετριοπαθής στρατηγική μπορεί να αποδίδει σε εύπορα, κεντρώα εκλογικά σώματα, αλλά ταυτόχρονα οξύνει τις εσωτερικές αντιθέσεις και κινδυνεύει να αποξενώσει τον πιο κινηματικό, νεανικό πυρήνα του κόμματος. Το πώς θα λυθεί αυτή η εξίσωση στο Βερολίνο και στα άλλα κρατίδια θα αποτελέσει βαρόμετρο για το μέλλον όχι μόνο των Πρασίνων στη Γερμανία, αλλά και της πράσινης πολιτικής στην Ευρώπη συνολικά.






