Νέα διακρατική δημοσκόπηση δείχνει βαθιά απόκλιση ανάμεσα στην αυτοεικόνα των ΗΠΑ και στην εικόνα που έχουν βασικοί σύμμαχοί τους. Η επιθετική εξωτερική πολιτική Τραμπ διαβρώνει την εμπιστοσύνη σε δημοκρατία, σταθερότητα και τεχνολογική υπεροχή.
Μια εκτεταμένη δημοσκόπηση σε πέντε χώρες καταγράφει εντυπωσιακή απόσταση ανάμεσα στο πώς βλέπουν οι ίδιοι οι Αμερικανοί τη διεθνή τους θέση και στο πώς την αξιολογούν οι στενότεροι σύμμαχοί τους. Υπό το βάρος της επιθετικής ρητορικής και των μονομερών κινήσεων της κυβέρνησης Τραμπ, η εικόνα των ΗΠΑ ως πυλώνα δημοκρατίας και σταθερότητας εμφανίζεται σημαντικά αποδυναμωμένη.
Δημοκρατία και σταθερότητα: οι σύμμαχοι γυρίζουν την πλάτη
Στο ερώτημα αν «οι ΗΠΑ προστατεύουν τη δημοκρατία», οι Αμερικανοί βαθμολογούν τη χώρα τους με 4,9/10, με τους ψηφοφόρους του Ντόναλντ Τραμπ να δίνουν σαφώς υψηλότερες αξιολογήσεις. Ωστόσο, η εικόνα στην Ευρώπη και τον Καναδά είναι σχεδόν καθολικά αρνητική: η Γερμανία αποδίδει μόλις 1,8/10, η Γαλλία 2,1/10, ο Καναδάς 2,5/10 και το Ηνωμένο Βασίλειο 3,4/10.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δηλώνει χαρακτηριστικά ότι δεν βλέπει «καμία ανάγκη» οι ΗΠΑ να «σώσουν τη δημοκρατία στην Ευρώπη», υπογραμμίζοντας την αυξανόμενη αυτοπεποίθηση – αλλά και δυσπιστία – των Ευρωπαίων απέναντι στην Ουάσιγκτον.
Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα ευρήματα για τον ρόλο των ΗΠΑ στη διεθνή σταθερότητα. Ενώ το 36% των Αμερικανών θεωρεί τη χώρα τους «κυρίως δύναμη σταθερότητας», οι αντίστοιχες αξιολογήσεις των συμμάχων κινούνται γύρω στο 1,5–1,8/10. Σημαντικά τμήματα της κοινής γνώμης, ιδίως στον Καναδά, βλέπουν πλέον τις ΗΠΑ ως «απειλή για τη διεθνή σταθερότητα».
Η αξιοπιστία σε κρίση και η σκιά της οικονομικής σύγκρουσης
Στο κρίσιμο ερώτημα «αν οι ΗΠΑ μπορούν να υπολογίζονται σε μια κρίση», η διάσταση είναι εξίσου έντονη. Η αμερικανική κοινή γνώμη δίνει βαθμολογία 5,7/10, με 57% να δηλώνει ότι η χώρα είναι αξιόπιστη σε συνθήκες κρίσης. Αντίθετα, στον Καναδά, τη Γερμανία και τη Γαλλία, πλειοψηφίες θεωρούν ότι δεν μπορεί κανείς να βασιστεί στην Ουάσιγκτον, ενώ και στο Ηνωμένο Βασίλειο κυριαρχεί η αμφιβολία.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ συνοψίζει το κλίμα λέγοντας ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον αξιόπιστος εταίρος», επισημαίνοντας πως ακόμη και αν αποκατασταθεί μέρος της εμπιστοσύνης, «δεν θα υπάρξει επιστροφή στο παρελθόν». Η σκληρή εμπορική πολιτική Τραμπ, με δασμούς και επιθέσεις σε παραδοσιακούς εταίρους, έχει τραυματίσει βαθιά τις οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις.
Η κριτική δεν περιορίζεται στην οικονομία. Η στρατιωτική επιχείρηση σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, με επίκληση της «υπεράσπισης της δημοκρατίας», έχει προκαλέσει ερωτήματα για τη νομιμότητα της αμερικανικής παρέμβασης και ενισχύει την αντίληψη περί μονομερούς, απρόβλεπτης υπερδύναμης.
Τεχνολογική πρωτοπορία: η Κίνα κερδίζει στο μυαλό των συμμάχων
Παράλληλα, η έρευνα δείχνει μετατόπιση αντιλήψεων και στο πεδίο της τεχνολογίας. Ενώ η πλειονότητα των Αμερικανών (53%) πιστεύει ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν την πιο προηγμένη τεχνολογία έναντι ΕΕ και Κίνας, οι πολίτες των άλλων χωρών τοποθετούν σαφώς την Κίνα στην κορυφή: 54% στον Καναδά, 55% στη Γερμανία, 53% στο Ηνωμένο Βασίλειο και 50% στη Γαλλία.
Η στροφή αυτή, σε συνδυασμό με δηλώσεις όπως του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ για την ανάγκη «μακροπρόθεσμης, συνεπούς και ολοκληρωμένης στρατηγικής εταιρικής σχέσης» με την Κίνα, υποδηλώνει ότι οι σύμμαχοι δεν βλέπουν πλέον την Ουάσιγκτον ως αυτονόητο τεχνολογικό ηγέτη.
Η δημοσκόπηση, που διεξήχθη διαδικτυακά από τις 6 έως τις 9 Φεβρουαρίου σε ΗΠΑ, Καναδά, Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο, με πάνω από 10.000 συμμετέχοντες, σκιαγραφεί μια μεταβαλλόμενη διεθνή τάξη: μια Αμερική πεπεισμένη για τη δική της ισχύ, αλλά όλο και πιο απομονωμένη στην αντίληψη των παραδοσιακών συμμάχων της.
Σχόλιο
: Η εικόνα που αναδύεται είναι μιας υπερδύναμης με σημαντική ακόμη υλική ισχύ, αλλά με ταχύτατα διαβρωμένο «πολιτικό κεφάλαιο» στο δυτικό στρατόπεδο. Για την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, η τάση αυτή επιταχύνει τη συζήτηση για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και διαφοροποίηση τόσο στην ασφάλεια όσο και στην τεχνολογία, καθώς η εξάρτηση από μια όλο και λιγότερο προβλέψιμη Ουάσιγκτον μετατρέπεται από πλεονέκτημα σε δομικό κίνδυνο.






