Η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν δεν είναι απλώς αδύναμη· υπονομεύει την ίδια την ταυτότητα της Ένωσης. Η μετάβαση από την αρχή της νομιμότητας στον κυνικό πραγματισμό αφήνει την Ευρώπη εκτεθειμένη και άφωνη.
Η νέα πολεμική σύγκρουση που έχει ανοίξει ο Ντόναλντ Τραμπ σε συνεργασία με το Ισραήλ εναντίον του Ιράν λειτουργεί ως καταλύτης για την Ευρώπη – αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του 2003. Αν τότε ο πόλεμος στο Ιράκ, με όλες τις διαιρέσεις που προκάλεσε, λειτούργησε τελικά ως αφετηρία διαμόρφωσης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας γύρω από το διεθνές δίκαιο και τον πολυμερή διάλογο, σήμερα ο πόλεμος κατά του Ιράν απογυμνώνει αυτή την ταυτότητα και αποκαλύπτει μια Ένωση παραλυμένη και χωρίς πυξίδα.
Από το «όχι» στο Ιράκ στην αμηχανία για το Ιράν
Η σύγκριση με το 2003 είναι αναπόφευκτη. Τότε, Γαλλία και Γερμανία ύψωσαν τη σημαία της νομιμότητας και προσπάθησαν να μπλοκάρουν στον ΟΗΕ την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ισπανία και η Ιταλία συντάχθηκαν με την Ουάσινγκτον. Η Ευρώπη έμοιαζε βαθιά διχασμένη, όμως μέσα από αυτό το σοκ γεννήθηκε μια κοινή αφήγηση: η Ευρωπαϊκή Ένωση ως δύναμη πολυμερούς διπλωματίας, διεθνούς δικαίου και «ήπιας ισχύος».
Από τα συντρίμμια εκείνης της κρίσης προέκυψε και το σχήμα «E3/EU+3» για το ιρανικό πυρηνικό ζήτημα, που οδήγησε στη συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Αυτή παραμένει μέχρι σήμερα ίσως η σημαντικότερη διπλωματική επιτυχία της Ευρώπης, παρότι υπονομεύθηκε στη συνέχεια από την πρώτη θητεία Τραμπ.
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Η Ευρώπη δεν εμφανίζεται τόσο διχασμένη όσο παραλυμένη. Ορισμένοι ηγέτες, όπως ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία, καταδίκασαν ανοιχτά τον πόλεμο και αρνήθηκαν τη χρήση βάσεων. Άλλες κυβερνήσεις εξέφρασαν «ανησυχία». Η πλειονότητα, ωστόσο, κινείται σε μια γκρίζα ζώνη: αναγνωρίζει ότι οι επιθέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ δεν πληρούν τα κριτήρια αυτοάμυνας του διεθνούς δικαίου, αλλά αποφεύγει επιμελώς να τις καταδικάσει.
Η αποδόμηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας ισχύος
Η στάση αυτή δεν είναι απλώς επικοινωνιακή λεπτομέρεια. Η Ευρώπη είχε οικοδομήσει την αυτοεικόνα της πάνω σε αρχές: δικαιώματα, κανόνες, πολυμέρεια. Οι αντιφάσεις και οι υποκρισίες ήταν πάντα παρούσες, όμως υπήρχε μια σαφής αναφορά σε ένα σύστημα κανόνων. Σήμερα, κορυφαίες φυσιογνωμίες – από την Τζόρτζια Μελόνι έως τον Φρίντριχ Μερτς και την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν – εμφανίζονται διατεθειμένες να «παρκάρουν» το διεθνές δίκαιο στο όνομα ενός υποτιθέμενου ρεαλισμού.
Η παραδοχή ότι ο πόλεμος είναι παράνομος, αλλά «δεν καταδικάζεται», ή ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι πλέον χρήσιμο πλαίσιο, σημαίνει στην πράξη ότι η Ευρώπη παραιτείται από τον ρόλο της ως κανονιστικής δύναμης. Αν η Ένωση αποδεχθεί ότι οι κανόνες είναι διαπραγματεύσιμοι όταν πρόκειται για συμμάχους, τότε διαβρώνει το ίδιο το θεμέλιο της ολοκλήρωσής της.
Ταυτόχρονα, η προσπάθεια του Τραμπ να σύρει τους Ευρωπαίους σε ενεργότερη εμπλοκή – όπως με την απαίτηση για αποστολή ευρωπαϊκών πολεμικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ – αναδεικνύει την αδυναμία της Ευρώπης να χαράξει αυτόνομη στρατηγική. Αντί να λειτουργεί ως «μεσαία δύναμη» που υπερασπίζεται κανόνες μαζί με άλλους παίκτες, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί ανάμεσα στην πίεση της Ουάσινγκτον και την επιθετικότητα της Ρωσίας.
Κίνδυνος στρατηγικής υποτέλειας για την ΕΕ
Το διακύβευμα, όπως αναδεικνύει η ανάλυση, είναι υπαρξιακό: αν η Ευρώπη εγκαταλείψει τις αρχές της στο εξωτερικό, αποδυναμώνει την ίδια την εσωτερική της συνοχή. Η «στρατηγική αυτονομία» που επικαλούνται πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες μετατρέπεται σε κενό σύνθημα, τη στιγμή που στην πράξη συντάσσονται σιωπηρά με επιλογές που θεωρούν παράνομες.
Η Ένωση βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα διπλό κίνδυνο: να υποστεί τις οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες ενός πολέμου στον οποίο δεν καθόρισε τους όρους, και ταυτόχρονα να χάσει την αξιοπιστία της ως δύναμη που υπερασπίζεται κανόνες και δικαιώματα. Σε έναν κόσμο όπου ενισχύονται οι αναθεωρητικές δυνάμεις, η ευρωπαϊκή αδυναμία δεν είναι απλώς ηθικό πρόβλημα· είναι στρατηγικό μειονέκτημα.
Σχόλιο
: Η Ευρώπη πληρώνει σήμερα το τίμημα της χρόνιας στρατηγικής της ανωριμότητας: χωρίς ενιαία φωνή, χωρίς αξιόπιστη ισχύ και με ηγεσίες που φοβούνται να συγκρουστούν πολιτικά με την Ουάσινγκτον, η Ένωση διολισθαίνει από «κανονιστική δύναμη» σε παθητικό αποδέκτη εξελίξεων – εξέλιξη που, αν παγιωθεί, θα έχει βαρύ κόστος για την ευρωπαϊκή οικονομία, ασφάλεια και διεθνή επιρροή.






