Ο νιγηριανός στρατός ανακοίνωσε ότι σκότωσε τουλάχιστον 80 ενόπλους στη Βόρνο, μετά από θανατηφόρες επιθέσεις αυτοκτονίας στη Μαϊντουγκούρι. Η κλιμάκωση της βίας αναζωπυρώνει ανησυχίες για την ανθεκτικότητα της εξέγερσης Μπόκο Χαράμ και των παραφυάδων της.
Ο στρατός της Νιγηρίας ανακοίνωσε ότι σκότωσε τουλάχιστον 80 «τρομοκράτες» σε επιχείρηση κοντά σε στρατιωτική βάση στην πολιτεία Μπόρνο, στα βορειοανατολικά της χώρας, περιοχή που εδώ και χρόνια αποτελεί επίκεντρο της τζιχαντιστικής εξέγερσης. Η επιχείρηση ήρθε ως απάντηση σε μια συντονισμένη νυχτερινή επίθεση ενόπλων κοντά στα σύνορα με τον Νίγηρα, την οποία ο εκπρόσωπος του στρατού χαρακτήρισε «επιθετικο-αμυντική» αντίδραση.
Κλιμάκωση βίας μετά από επιθέσεις αυτοκτονίας
Η νέα στρατιωτική επιχείρηση σημειώνεται λίγες μόλις ημέρες μετά από τρεις φερόμενες επιθέσεις αυτοκτονίας στη Μαϊντουγκούρι, πρωτεύουσα της πολιτείας Μπόρνο, όπου τουλάχιστον 23 άνθρωποι σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 100 τραυματίστηκαν. Οι επιθέσεις στόχευσαν ταχυδρομείο, αγορά και πανεπιστημιακό νοσοκομείο, πλήττοντας καίριες υποδομές σε μια πόλη περίπου 1,2 εκατ. κατοίκων.
Καμία οργάνωση δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για τις βομβιστικές επιθέσεις, ωστόσο οι αρχές στρέφουν τις υποψίες τους προς τη Μπόκο Χαράμ, την οργάνωση που πριν από 17 χρόνια ξεκίνησε την ένοπλη εξέγερση στη βορειοανατολική Νιγηρία, με στόχο την επιβολή μιας ακραίας εκδοχής του ισλαμικού νόμου. Στην ίδια περιοχή δραστηριοποιείται και η ανταγωνιστική οργάνωση Islamic State West Africa Province (ISWAP), γεγονός που περιπλέκει το τοπίο ασφαλείας.
Αβέβαιη εικόνα επί του πεδίου και ανθρώπινο κόστος
Σύμφωνα με τον νιγηριανό στρατό, ανάμεσα στους «τουλάχιστον 80» νεκρούς αντάρτες περιλαμβάνονται και «υψηλόβαθμοι διοικητές». Ωστόσο, διεθνή μέσα ενημέρωσης επισημαίνουν ότι δεν έχουν μπορέσει να επαληθεύσουν ανεξάρτητα τους επίσημους ισχυρισμούς, κάτι που αποτελεί σταθερό πρόβλημα σε συγκρούσεις χαμηλής και μεσαίας έντασης, όπου η πρόσβαση στο πεδίο είναι περιορισμένη και η πληροφόρηση ελέγχεται εν μέρει από τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Από το 2009, η εξέγερση της Μπόκο Χαράμ και οι συναφείς συγκρούσεις έχουν στοιχίσει τη ζωή σε πάνω από 40.000 ανθρώπους και έχουν εκτοπίσει περίπου 2 εκατ. πολίτες, σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών. Η πολιτεία Μπόρνο παραμένει βυθισμένη σε μια παρατεταμένη ανθρωπιστική κρίση, με εκτοπισμένους πληθυσμούς, επιβαρυμένες δομές υγείας και οικονομική παράλυση σε αγροτικές και αστικές περιοχές.
Περιφερειακή αστάθεια και διεθνείς προεκτάσεις
Η νέα έξαρση βίας στη Νιγηρία έχει σαφείς περιφερειακές προεκτάσεις, καθώς η ζώνη γύρω από τη λίμνη Τσαντ και τα σύνορα με Νίγηρα, Τσαντ και Καμερούν αποτελεί διασυνοριακό θέατρο επιχειρήσεων για τζιχαντιστικές οργανώσεις. Η αστάθεια υπονομεύει τις προσπάθειες οικονομικής ανάπτυξης, αποθαρρύνει επενδύσεις και επιβαρύνει τις ήδη εύθραυστες κυβερνητικές δομές σε μια περιοχή με υψηλά ποσοστά φτώχειας και δημογραφική έκρηξη.
Για τους διεθνείς εταίρους της Νιγηρίας, η ασφάλεια στη βορειοανατολική χώρα συνδέεται άμεσα με τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την προστασία κρίσιμων ενεργειακών υποδομών στη Δυτική Αφρική. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η στρατιωτική απάντηση, όσο σκληρή κι αν είναι, δύσκολα επαρκεί χωρίς παράλληλες πολιτικές συμφιλίωσης, ενίσχυσης της διακυβέρνησης και αντιμετώπισης των κοινωνικοοικονομικών αιτίων που τροφοδοτούν τη στρατολόγηση νέων μαχητών.
Σχόλιο
: Η ανακοίνωση της εξόντωσης 80 τζιχαντιστών δείχνει μια αποφασισμένη αλλά κατεξοχήν στρατιωτική προσέγγιση από την Αμπούτζα, η οποία σε επικοινωνιακό επίπεδο επιδιώκει να αποκαταστήσει την εικόνα ισχύος του κράτους μετά τις αιματηρές επιθέσεις στη Μαϊντουγκούρι. Ωστόσο, η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας στη Νιγηρία και την ευρύτερη Σαχέλ υποδηλώνει ότι χωρίς θεσμική ενίσχυση, ανάπτυξη και πολιτική ενσωμάτωση των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων, οι στρατιωτικές νίκες τείνουν να είναι πρόσκαιρες. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η σταθερότητα στη Νιγηρία δεν είναι αφηρημένο ζήτημα ασφάλειας, αλλά παράγοντας που επηρεάζει έμμεσα μεταναστευτικές πιέσεις, ενεργειακά σχέδια στη Δυτική Αφρική και τη γεωπολιτική ισορροπία σε μια περιοχή-κλειδί για την παγκόσμια οικονομία.






