Οι νέες εμπορικές συμφωνίες ΕΕ με Mercosur και Ινδία στο μικροσκόπιο

Το Ελληνικό Πάνελ Οικονομολόγων του ΚΕΦίΜ τάσσεται κατά πλειοψηφία υπέρ των νέων εμπορικών συμφωνιών της ΕΕ. Η συζήτηση όμως αναδεικνύει έντονες πολιτικές και κλαδικές αντιστάσεις, ιδίως στη γεωργία.

Σαφές μήνυμα υπέρ της συνέχισης της ευρωπαϊκής στρατηγικής για συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου στέλνει το Ελληνικό Πάνελ Οικονομολόγων του ΚΕΦίΜ. Σύμφωνα με τη νέα έρευνα για τον Φεβρουάριο, 7 στους 10 οικονομολόγους εκτιμούν ότι οι υπό διαμόρφωση εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της Mercosur και την Ινδία θα έχουν καθαρό θετικό αποτέλεσμα για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Τι διακυβεύεται με Mercosur και Ινδία

Οι συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου αποτελούν κεντρικό εργαλείο της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ, καθώς η μείωση δασμών και μη δασμολογικών φραγμών διευκολύνει την πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε μεγάλες, δυναμικά αναπτυσσόμενες αγορές. Αυτό μεταφράζεται σε ενίσχυση εξαγωγών, βελτίωση ανταγωνιστικότητας και, θεωρητικά, υψηλότερο ΑΕΠ για όλες τις εμπλεκόμενες οικονομίες.

Η συμφωνία με τη Mercosur –που καλύπτει Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη– ολοκληρώθηκε διαπραγματευτικά το 2019, έπειτα από πάνω από 20 χρόνια συζητήσεων. Έκτοτε ακολούθησαν μακρές διαβουλεύσεις για πρόσθετες δεσμεύσεις, ιδιαίτερα σε θέματα περιβάλλοντος και αποψίλωσης. Παράλληλα, η ΕΕ και η Ινδία επανεκκίνησαν το 2022 τις διαπραγματεύσεις για μια ευρεία συμφωνία ελευθέρου εμπορίου, οι οποίες παραμένουν σε εξέλιξη και θεωρούνται κρίσιμες για τη γεωοικονομική θέση της Ευρώπης στην Ασία.

Πολιτικές τριβές και ο φόβος των κλαδικών απωλειών

Παρά τα αναμενόμενα συνολικά οφέλη, οι συμφωνίες αποδεικνύονται πολιτικά εκρηκτικές. Τον Ιανουάριο 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε γνωμοδότηση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συμβατότητα της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur με τις ευρωπαϊκές Συνθήκες, κίνηση που επιβραδύνει την κύρωση και αντανακλά τις έντονες αντιδράσεις σε ορισμένα κράτη-μέλη.

Η βασική ανησυχία εστιάζει στη γεωργία: πολλοί ευρωπαϊκοί αγροδιατροφικοί κλάδοι φοβούνται ισχυρές ανταγωνιστικές πιέσεις από φθηνότερα προϊόντα της Νότιας Αμερικής, με διαφορετικά πρότυπα κόστους, κλίμακας παραγωγής και κανονισμών. Έτσι, το κλασικό δίλημμα των συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου επανέρχεται: σημαντικό συνολικό κέρδος για την οικονομία, αλλά άνιση κατανομή των ωφελειών και των ζημιών μεταξύ χωρών, περιφερειών και επαγγελματικών ομάδων.

Η στάθμιση των Ελλήνων οικονομολόγων

Στην ερώτηση του Πάνελ απάντησαν 18 Ελληνίδες και Έλληνες οικονομολόγοι: το 70% συμφωνεί ότι οι νέες εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ έχουν καθαρά θετικό αποτέλεσμα για την ευρωπαϊκή οικονομία, το 12% διαφωνεί, ενώ το 18% τοποθετείται ενδιάμεσα. Στα επεξηγηματικά σχόλια, τα οποία δημοσιοποιεί το ΚΕΦίΜ, αναδεικνύεται ο κλασικός προβληματισμός για την κατανομή των ωφελειών, αλλά και η επισήμανση ότι συμμετρικές συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου τείνουν να αυξάνουν το ΑΕΠ όλων των πλευρών.

Σε μια περίοδο αυξανόμενου προστατευτισμού και οξυμένων γεωοικονομικών ανταγωνισμών, η κατάληξη των διαπραγματεύσεων με Mercosur και Ινδία θα λειτουργήσει ως τεστ για το κατά πόσο η ΕΕ παραμένει προσηλωμένη σε μια ανοιχτή, πολυμερή παγκόσμια οικονομία ή υποχωρεί σε πιέσεις εσωτερικού προστατευτισμού.

Σχόλιο SBCTV : Η στάση των Ελλήνων οικονομολόγων επιβεβαιώνει ότι το διακύβευμα δεν είναι αν οι συμφωνίες είναι ωφέλιμες μακροοικονομικά – αυτό θεωρείται σχεδόν δεδομένο – αλλά αν η ΕΕ θα τολμήσει να συνδυάσει το άνοιγμα των αγορών με στοχευμένες πολιτικές στήριξης των κλάδων που πλήττονται. Χωρίς αξιόπιστους μηχανισμούς αναδιανομής και προσαρμογής, ο πολιτικός προστατευτισμός θα συνεχίσει να υπονομεύει την ευρωπαϊκή εμπορική στρατηγική.

#ΕΕ #Mercosur #Ινδία #Εμπόριο #ΚΕΦίΜ #Οικονομία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.