Ο Donald Trump επιχειρεί να εμφανίσει ένα νέο διπλωματικό κανάλι με το Ιράν, υποστηρίζοντας – σύμφωνα με το Axios – ότι απεσταλμένοι του είχαν απευθείας επαφές με ανώτατο αξιωματούχο της ιρανικής ηγεσίας και ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε σύγκλιση σε αρκετά σημεία.
Η δήλωση αυτή έρχεται λίγες ώρες μετά την υπαναχώρηση του Αμερικανού προέδρου από την απειλή για πλήγματα σε ιρανικές ενεργειακές υποδομές, κίνηση που η Ουάσιγκτον παρουσίασε ως αποτέλεσμα «παραγωγικών διαπραγματεύσεων». Η Τεχεράνη, ωστόσο, απορρίπτει κατηγορηματικά το αφήγημα αυτό, διαψεύδοντας ότι έχουν υπάρξει τέτοιες συνομιλίες και υποστηρίζοντας ότι ο Τραμπ επιχειρεί κυρίως να καθησυχάσει τις ενεργειακές αγορές και να περιορίσει την αναταραχή.
Η αντίφαση δεν είναι δευτερεύουσα. Είναι ο πυρήνας του προβλήματος. Από τη μία πλευρά, ο Λευκός Οίκος θέλει να δείξει ότι διατηρεί τον έλεγχο της κλιμάκωσης και ότι η στρατιωτική πίεση παράγει διπλωματικά αποτελέσματα. Από την άλλη, το Ιράν αρνείται να νομιμοποιήσει αυτό το αφήγημα, γιατί κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με έμμεση παραδοχή ότι υποχώρησε υπό αμερικανική απειλή.
Στην πράξη, δημιουργείται ένα θολό τοπίο όπου κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα αν υπάρχει πράγματι παρασκηνιακή διαπραγμάτευση ή αν πρόκειται για πολιτική επικοινωνία με στόχο τη σταθεροποίηση του κλίματος. Και αυτή η ασάφεια, σε μια φάση όπου το Strait of Hormuz παραμένει κρίσιμο σημείο παγκόσμιας έντασης, λειτουργεί αποσταθεροποιητικά.
Για την Ουάσιγκτον, το διακύβευμα είναι διπλό. Πρώτον, να συγκρατήσει την άνοδο του ενεργειακού κόστους και τη νευρικότητα των αγορών. Δεύτερον, να πείσει ότι δεν σύρεται σε έναν πόλεμο χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική εξόδου. Οι δηλώσεις περί συνομιλιών εξυπηρετούν ακριβώς αυτή τη στόχευση: δίνουν την εικόνα πως υπάρχει οδός αποκλιμάκωσης, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι ορατή.
Για την Τεχεράνη, αντίθετα, η διάψευση είναι επίσης στρατηγική. Το ιρανικό καθεστώς δεν θέλει να εμφανιστεί ότι διαπραγματεύεται υπό τελεσίγραφα ή υπό το βάρος απειλών για πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές. Θέλει να δείξει ότι παραμένει σκληρό, αυτάρκες και πολιτικά ανεπηρέαστο, ακόμη κι αν στο παρασκήνιο υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας.
Το αποτέλεσμα είναι μια διπλωματία μέσω δημόσιων αντικρουόμενων μηνυμάτων. Και αυτό είναι συνήθως σημάδι όχι σταθερότητας, αλλά εύθραυστης ισορροπίας. Όταν δύο αντίπαλοι μιλούν, αλλά κανείς δεν παραδέχεται ότι μιλά, η διαπραγμάτευση είναι είτε πολύ πρώιμη είτε πολύ επικίνδυνη για να αναγνωριστεί επίσημα.
Στο μεταξύ, οι αγορές δεν ενδιαφέρονται για τις λεπτές αποχρώσεις. Ενδιαφέρονται για το αν υπάρχει πραγματικό de-escalation path. Και μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει καθαρή εικόνα ότι αυτό το path έχει ανοίξει.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η αμερικανική στρατηγική εξακολουθεί να παράγει περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις. Αν οι συνομιλίες υπάρχουν, γιατί η άλλη πλευρά τις αρνείται τόσο επιθετικά; Και αν δεν υπάρχουν, γιατί ο Τραμπ επιλέγει να ποντάρει πολιτικά σε ένα αφήγημα που μπορεί να διαψευστεί τόσο γρήγορα;
Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα προς τις αγορές και τους συμμάχους είναι προβληματικό. Η Ουάσιγκτον θέλει να φαίνεται ταυτόχρονα έτοιμη για χτύπημα και έτοιμη για συμφωνία. Θέλει να εμφανίζεται ως forceful και pragmatic μαζί. Αυτό όμως σπάνια δουλεύει για πολύ, ειδικά σε συνθήκες πολέμου.
SBC Σχόλιο
Αν υπάρχουν συνομιλίες, είναι τόσο εύθραυστες που κανείς δεν θέλει να τις παραδεχτεί.
Αν δεν υπάρχουν, τότε ο Τραμπ κάνει damage control μπροστά στις αγορές.
Και στις δύο περιπτώσεις, το συμπέρασμα είναι το ίδιο:
η στρατηγική της Ουάσιγκτον παραμένει θολή.







