Το ΔΝΤ αναθεωρεί προς τα κάτω την ανάπτυξη της Ελλάδας και προειδοποιεί για κινδύνους από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Ζητά περικοπές φοροαπαλλαγών και αυστηρό πλαίσιο τιμαριθμικής προσαρμογής.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην τακτική αποτίμηση της ελληνικής οικονομίας βάσει του Άρθρου 4, σκιαγραφεί μια εικόνα ανθεκτικότητας αλλά και αυξημένων κινδύνων. Η πρόβλεψη για την ανάπτυξη το 2026 περιορίζεται στο 1,8%, από 2% προηγουμένως, ενώ μεσοπρόθεσμα το δυνητικό ΑΕΠ τοποθετείται γύρω στο 1,5%, υπό το βάρος της γήρανσης του πληθυσμού και των διαρθρωτικών αδυναμιών.
Γεωπολιτικοί κίνδυνοι και πληθωριστικές πιέσεις
Κεντρικό στοιχείο της έκθεσης είναι η ανησυχία για την παράταση και πιθανή κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι υψηλότερες τιμές ενέργειας, αυξημένη αβεβαιότητα, κατακερματισμός του διεθνούς εμπορίου και ενδεχόμενες αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να πλήξουν τόσο την εγχώρια όσο και την εξωτερική ζήτηση, αλλά και τις ροές κεφαλαίων προς την Ελλάδα.
Στο μέτωπο του πληθωρισμού, το Ταμείο θεωρεί ότι οι κίνδυνοι παραμένουν ανοδικοί. Εστιάζει σε τρεις πηγές πίεσης: τις πιθανές νέες αυξήσεις στις διεθνείς τιμές βασικών εμπορευμάτων, την άνοδο των μισθών με ρυθμό υψηλότερο της παραγωγικότητας και το αυξημένο κόστος από τις κλιματικές διαταραχές. Το μείγμα αυτών των παραγόντων μπορεί να συντηρήσει τον πληθωρισμό σε επίπεδα άνω των επιθυμητών, δυσχεραίνοντας τη νομισματική και δημοσιονομική διαχείριση.
Φοροαπαλλαγές, τιμαριθμοποίηση και κοινωνικές δαπάνες
Στο δημοσιονομικό πεδίο, το ΔΝΤ ζητά «μαχαίρι» στις αναποτελεσματικές φορολογικές δαπάνες. Προτείνει τη θέσπιση ενός συστηματικού, πολυετούς πλαισίου αξιολόγησης των φοροαπαλλαγών, με στόχο τον εντοπισμό και τη σταδιακή κατάργηση οπισθοδρομικών ή μη αποδοτικών μέτρων. Παράλληλα, εισηγείται έναν διαφανή, κανόνα-βασιζόμενο μηχανισμό περιοδικής προσαρμογής κλιμακίων, απαλλαγών και συντελεστών στον φόρο εισοδήματος, ώστε να προστατεύονται τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών χωρίς να υπονομεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα.
Το Ταμείο ασκεί κριτική στο επίπεδο των κοινωνικών δαπανών –εκτός συντάξεων– για υγεία, εκπαίδευση, στέγαση και κοινωνική προστασία, οι οποίες παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ζητά να διατηρηθούν και να γίνουν πιο αποτελεσματικές για να στηρίξουν μια ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς, προτείνοντας ταυτόχρονα τιμαριθμική αναπροσαρμογή των συντάξεων και αποφυγή υπερβολικών αυξήσεων στους μισθούς του Δημοσίου.
Ταμείο Ανάκαμψης, τράπεζες και οι δύο βασικές συστάσεις
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο Ταμείο Ανάκαμψης. Οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων και μεταρρυθμίσεων που χρηματοδοτούνται από αυτό μπορεί, σύμφωνα με το ΔΝΤ, να θέσουν σε κίνδυνο δεσμευμένα κονδύλια, περιορίζοντας επενδύσεις και παραγωγικότητα. Αντίστροφα, η πλήρης και έγκαιρη αξιοποίηση των πόρων, σε συνδυασμό με ιδιωτικές επενδύσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής για τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ μετά το 2026.
Για το τραπεζικό σύστημα, το Ταμείο αναγνωρίζει ότι οι ισολογισμοί έχουν ενισχυθεί και ότι τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης στηρίζουν την πιστωτική επέκταση. Ωστόσο, επισημαίνει τον αργό ρυθμό εξυγίανσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και προειδοποιεί ότι μια νέα κρίση θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τις πιέσεις.
Ο επικεφαλής της αποστολής, Joong Shik Kang, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε «καλή θέση» για να απορροφήσει εξωτερικούς κραδασμούς, χάρη στη συνεχιζόμενη μείωση του χρέους και τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Συμπύκνωσε τη στρατηγική του ΔΝΤ σε δύο βασικές συστάσεις: πρώτον, η στήριξη απέναντι σε ενεργειακά σοκ να είναι αυστηρά στοχευμένη, προσωρινή και συνδεδεμένη με την πορεία των τιμών· δεύτερον, η πλήρης αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ώστε να διατηρηθούν οι δημόσιες επενδύσεις μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, χωρίς να θυσιαστούν κρίσιμες κοινωνικές δαπάνες.
Σχόλιο
: Το ΔΝΤ αναγνωρίζει την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας αλλά ουσιαστικά προειδοποιεί ότι το τρέχον θετικό αφήγημα δεν είναι δεδομένο. Η σύσταση για περικοπή φοροαπαλλαγών και αυστηρό πλαίσιο τιμαριθμοποίησης μεταφέρει τη συζήτηση από τις οριζόντιες ελαφρύνσεις στη στοχευμένη ανακατανομή πόρων προς επενδύσεις και κοινωνικές δαπάνες. Το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα για την Αθήνα θα είναι αν μπορεί να υλοποιήσει αυτή τη στροφή χωρίς να διαρραγεί η κοινωνική και φορολογική ισορροπία, ειδικά σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.






