Η Μέτε Φρεντέρικσεν φαίνεται να κερδίζει τις εκλογές με ιστορικά χαμηλό ποσοστό για τους Σοσιαλδημοκράτες, ανοίγοντας περίπλοκες διαπραγματεύσεις συνασπισμού. Καθοριστικό ρόλο αποκτά ο κεντρώος Λαρς Λέκε Ράσμουσεν ως «ρυθμιστής» της επόμενης κυβέρνησης.
Οι κάλπες στη Δανία αναδεικνύουν, σύμφωνα με τα πρώτα exit polls, νικήτρια τη σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό Μέτε Φρεντέρικσεν, αλλά με ένα αποτέλεσμα που περισσότερο θυμίζει προειδοποίηση παρά θρίαμβο. Οι Σοσιαλδημοκράτες αναμένεται να έρθουν πρώτο κόμμα με μόλις 19,2%, το χαμηλότερο ποσοστό τους από τις αρχές του 20ού αιώνα, γεγονός που καθιστά αναπόφευκτες τις σύνθετες διαπραγματεύσεις για σχηματισμό κυβέρνησης.
Κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό και ρόλος «ρυθμιστή»
Το εκλογικό αποτέλεσμα επιβεβαιώνει τον βαθύ κατακερματισμό του δανικού κομματικού συστήματος. Η χώρα παραμένει διχασμένη ανάμεσα στο παραδοσιακό «κόκκινο μπλοκ» της κεντροαριστεράς, με ηγέτιδα δύναμη τους Σοσιαλδημοκράτες, και στο «μπλε μπλοκ» της κεντροδεξιάς. Ωστόσο, κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν φαίνεται να εξασφαλίζει αυτοδύναμη πλειοψηφία.
Στον χώρο της δεξιάς, το κλασικό φιλελεύθερο κόμμα Venstre, υπό τον Τρουλς Λουντ Πόουλσεν, περιορίζεται σε 9,3%, ενώ ο ηγέτης της Liberal Alliance, Άλεξ Βανόπσλαγκ, αναδεικνύεται σε ισχυρότερη φιγούρα της δεξιάς με 10,5%. Στην κεντροαριστερά, οι Πράσινοι (Green Left), η Ενωμένη Κοκκινοπράσινη Συμμαχία και το Δανικό Σοσιαλφιλελεύθερο Κόμμα καταγράφουν βελτιωμένα ποσοστά σε σχέση με τις εκλογές του 2022, ενισχύοντας συνολικά το «κόκκινο μπλοκ».
Το κρίσιμο όμως μέγεθος είναι οι κεντρώοι Moderates του νυν υπουργού Εξωτερικών Λαρς Λέκε Ράσμουσεν, οι οποίοι, με περίπου 8,2%, εμφανίζονται ως ο αδιαμφισβήτητος «ρυθμιστής». Με τα δύο μπλοκ να μην συγκεντρώνουν αυτοδύναμη πλειοψηφία, ο Ράσμουσεν αποκτά ρόλο βασικού διαπραγματευτή για τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης και ο ίδιος έχει ήδη αυτοπροταθεί ως «βασιλικός μεσολαβητής», θέση που τυπικά ορίζει ο βασιλιάς Φρειδερίκος Ι΄ για να διευκολύνει τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Από την κρίση της Γροιλανδίας στις δύσκολες μεταρρυθμίσεις
Η Φρεντέρικσεν, που είχε υποστεί βαριά ήττα στις περσινές δημοτικές εκλογές, βρήκε απρόσμενη πολιτική σωσίβια λέμβο στην αντιπαράθεσή της με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, όταν εκείνος επιχείρησε να προωθήσει σχέδιο προσάρτησης της Γροιλανδίας. Η σκληρή στάση της Δανίας προκάλεσε συσπείρωση γύρω από την πρωθυπουργό και της έδωσε το θάρρος να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, ελπίζοντας να κεφαλαιοποιήσει το κλίμα εθνικής υπερηφάνειας.
Η προεκλογική εκστρατεία, ωστόσο, δεν κρίθηκε μόνο στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η προτεινόμενη φορολόγηση μεγάλου πλούτου, η απαγόρευση φυτοφαρμάκων σε ευαίσθητες υδροφόρες ζώνες, η αύξηση των αμυντικών δαπανών, η πιθανή άρση της απαγόρευσης στην πυρηνική ενέργεια, η προστασία της ευζωίας των ζώων και η επαναφορά θρησκευτικής αργίας. Σκιά στην καμπάνια έριξε και η παραδοχή του Βανόπσλαγκ ότι έκανε χρήση κοκαΐνης κατά τη θητεία του ως αρχηγός κόμματος, γεγονός που άνοιξε συζήτηση για την καταλληλότητά του για την πρωθυπουργία.
Το μόνο βέβαιο αυτή τη στιγμή είναι ότι η Δανία οδεύει προς μια περίοδο παρατεταμένων και περίπλοκων διαπραγματεύσεων. Η επανάληψη του σημερινού, υπερ-διευρυμένου κυβερνητικού σχήματος –που συνένωσε Σοσιαλδημοκράτες, Venstre και Moderates, ξεπερνώντας τη διάκριση κόκκινου-μπλε– θεωρείται μάλλον απίθανη. Η τελική αρχιτεκτονική της επόμενης κυβέρνησης θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για τη σταθερότητα του δανικού μοντέλου συναίνεσης σε μια Ευρώπη που μεταβάλλεται γρήγορα.
Σχόλιο
: Η δανική κάλπη επιβεβαιώνει την τάση προς πολυκομματικές, κεντρόφυγες ισορροπίες στην Ευρώπη: οι ηγέτες κερδίζουν εκλογές, αλλά χάνουν ισχύ, και η πραγματική εξουσία μεταφέρεται σε μικρότερα, διαμεσολαβητικά κόμματα που επιβάλλουν την ατζέντα τους στις κυβερνήσεις συνασπισμού.






