Η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ φέρονται να έχουν αφαιρέσει προσωρινά τον Αμπάς Αραγτσί και τον Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλίμπαφ από τη λίστα στόχων, στο πλαίσιο διερεύνησης πιθανού διαλόγου με την Τεχεράνη. Παρά το άνοιγμα, οι απαιτήσεις των δύο πλευρών παραμένουν σε μεγάλη απόσταση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν αφαιρέσει τον πρόεδρο του ιρανικού Κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλίμπαφ και τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί από τη λίστα στόχων τους, σύμφωνα με δημοσίευμα που επικαλείται Αμερικανούς αξιωματούχους. Η αλλαγή αυτή, η οποία υποτίθεται ότι ισχύει τις τελευταίες τέσσερις με πέντε ημέρες, συνδέεται με την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να διερευνήσει το ενδεχόμενο ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων με την Τεχεράνη.
Τακτικό «πάγωμα» καθώς αναζητούνται δίαυλοι διαλόγου
Κατά το ρεπορτάζ, η απομάκρυνση των δύο ανώτατων Ιρανών αξιωματούχων από την επιχειρησιακή λίστα δεν αποτελεί στρατηγική στροφή, αλλά τακτική κίνηση που αφήνει ανοιχτό ένα στενό παράθυρο διαπραγμάτευσης. Πηγές αναφέρουν ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει να δοκιμάσει τις διαθέσεις της ιρανικής πλευράς, χωρίς ωστόσο να τρέφει ιδιαίτερες προσδοκίες επιτυχίας, καθώς «υπάρχουν σημαντικά χάσματα» ανάμεσα στις αμερικανικές και ιρανικές απαιτήσεις.
Η ίδια η ύπαρξη λίστας στοχοποίησης κορυφαίων πολιτικών προσώπων αναδεικνύει το βάθος και την ένταση της σύγκρουσης. Η προσωρινή εξαίρεση Αραγτσί και Γκαλίμπαφ λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό σήμα παρά ως εγγύηση, δείχνοντας ότι η Δύση είναι διατεθειμένη να «παγώσει» συγκεκριμένες επιλογές, εάν προκύψει σοβαρή προοπτική διαλόγου.
Εξουδετέρωση κορυφής της ιρανικής ηγεσίας
Το δημοσίευμα υπενθυμίζει ότι από την έναρξη του πολέμου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν ήδη εξουδετερώσει σημαντικό αριθμό κορυφαίων Ιρανών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων τον ανώτατο ηγέτη αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και τον γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας Αλί Λαριτζανί, μεταξύ άλλων. Εάν τα στοιχεία αυτά αντανακλούν πλήρως την πραγματικότητα, καταδεικνύουν ένα άνευ προηγουμένου επίπεδο στοχοποίησης της ιρανικής κρατικής ελίτ.
Η «αποψίλωση» της κορυφής της ιρανικής ηγεσίας συνεπάγεται αυξημένη θεσμική ρευστότητα στην Τεχεράνη, με αβέβαιες συνέπειες για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τη σταθερότητα. Παράλληλα, ενισχύει την πίεση για αντίποινα, είτε με συμβατικά μέσα είτε μέσω ασύμμετρων ενεργειών σε περιφερειακό ή διεθνές επίπεδο.
Μηνύματα προς Τεχεράνη, συμμάχους και αγορές
Η κίνηση ΗΠΑ–Ισραήλ στέλνει πολλαπλά μηνύματα. Προς την Τεχεράνη, υποδηλώνει ότι, παρά τις βαριές απώλειες στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για πολιτική διαχείριση της κρίσης, εφόσον το Ιράν εμφανιστεί διατεθειμένο να διαπραγματευτεί. Προς τους περιφερειακούς συμμάχους, δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν εγκαταλείπει τη διπλωματική οδό, ακόμη και ενώ διατηρεί υψηλό επίπεδο στρατιωτικής πίεσης.
Για τις διεθνείς αγορές ενέργειας και κεφαλαίων, η είδηση μπορεί να εκληφθεί ως έμμεσο σήμα προσπάθειας αποφυγής ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, η οποία θα απειλούσε τις ροές πετρελαίου, τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο και τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για μικρές πιθανότητες επιτυχούς διαπραγμάτευσης υπενθυμίζουν ότι ο κίνδυνος παραμένει υψηλός και ότι οποιαδήποτε πρόοδος θα είναι εύθραυστη.
Σε πολιτικό επίπεδο, η επιλογή ενός μείγματος σκληρής ισχύος και επιλεκτικών «ανοιγμάτων» αφήνει στις ΗΠΑ τη δυνατότητα να υποστηρίξουν, έναντι της διεθνούς κοινότητας, ότι εξάντλησαν τις διπλωματικές επιλογές. Αντίστροφα, ασκεί πίεση στην ιρανική ηγεσία να αποδείξει πως δεν απορρίπτει συλλήβδην την προοπτική ειρηνευτικής διευθέτησης.
Σχόλιο
: Η αφαίρεση Αραγτσί και Γκαλίμπαφ από τη λίστα στόχων μοιάζει περισσότερο με τακτικό «πάγωμα» παρά με στρατηγική στροφή. Η Ουάσιγκτον δοκιμάζει τα όρια της διπλωματίας, κρατώντας όμως ορατό το εργαλείο των στοχευμένων πληγμάτων. Για την Τεχεράνη, το διακύβευμα είναι αν θα εκμεταλλευθεί αυτό το στενό παράθυρο για διαπραγμάτευση ή αν θα το αφήσει να κλείσει, με κίνδυνο ακόμη πιο απρόβλεπτης κλιμάκωσης.






