Από τη Δανία μέχρι τη Γερμανία και την Πορτογαλία, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα χάνουν έδαφος. Η αποσύνδεση από την εργατική τάξη και ο άτολμος «κεντρισμός» τροφοδοτούν την άνοδο της άκρας δεξιάς.
Η άλλοτε ηγεμονική ευρωπαϊκή κεντροαριστερά βιώνει μια παρατεταμένη περίοδο εκλογικών αποτυχιών και στρατηγικής σύγχυσης. Κόμματα που οικοδόμησαν τον μεταπολεμικό κοινωνικό συμβιβασμό, σήμερα παλεύουν να ορίσουν ποιον εκπροσωπούν και τι ακριβώς προτείνουν σε κοινωνίες που αλλάζουν γρήγορα και πονάνε από την κρίση κόστους ζωής.
Η κατάρρευση της παραδοσιακής βάσης και ο «παγιδευμένος» κεντρισμός
Η πιο πρόσφατη προειδοποιητική βολή ήρθε από τη Δανία. Οι σοσιαλδημοκράτες της πρωθυπουργού Μέτε Φρέντερικσεν σημείωσαν στις βουλευτικές εκλογές τα χειρότερα αποτελέσματά τους από το 1903, παρά το ότι αναδείχθηκαν πρώτο κόμμα. Ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης, οργισμένο για την αδυναμία αντιμετώπισης της ακρίβειας, στράφηκε προς το ακροδεξιό Λαϊκό Κόμμα, ενώ πιο προοδευτικοί ψηφοφόροι μετακινήθηκαν προς το αριστερό Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα, αντιδρώντας στη σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό και στο άνοιγμα προς το κεντροδεξιό φάσμα.
Ανάλογη εικόνα και στη Γερμανία, όπου το SPD έχασε, μετά από 35 χρόνια, το προπύργιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου, έχοντας προηγουμένως καταποντιστεί στο Βάδη-Βυρτεμβέργη. Στη Γαλλία, οι σοσιαλιστές διασώζονται σε μεγάλους δήμους όπως το Παρίσι και η Μασσαλία, αλλά είναι σχεδόν εξαφανισμένοι σε εθνικό επίπεδο, με μόλις 65 από τις 577 έδρες στην Εθνοσυνέλευση και με το ιστορικό τους αρχηγείο να έχει πουληθεί για την κάλυψη χρεών.
Ο Πορτογάλος πολιτικός αναλυτής Ροντρίγκο Βας περιγράφει την κατάσταση ως βαθιά κρίση ταυτότητας: τα προγράμματα των κεντροαριστερών κομμάτων δεν ξεχωρίζουν πια από εκείνα του κεντροδεξιού χώρου, με αποτέλεσμα μια πολιτική πρόταση «ούτε-ούτε» που δεν εμπνέει. Η στροφή προς έναν άχρωμο κεντρισμό, με στόχο να ικανοποιηθούν όλοι, καταλήγει να μην πείθει κανέναν.
Κόστος ζωής, άνοδος άκρας δεξιάς και λίγες εξαιρέσεις
Κεντρικός πυλώνας της φθοράς είναι η αδυναμία παροχής πειστικών απαντήσεων στην κρίση του κόστους ζωής. Από τα ενοίκια και την πρόσβαση στη στέγη μέχρι τους μισθούς και την ενεργειακή ακρίβεια – επιδεινωμένη από τον πόλεμο στο Ιράν και τις συνέπειες των γεωπολιτικών εντάσεων – οι ψηφοφόροι αισθάνονται ότι η κεντροαριστερά διαχειρίζεται απλώς την κρίση, χωρίς να προτείνει νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Το παράδειγμα της Πορτογαλίας είναι ενδεικτικό: το Σοσιαλιστικό Κόμμα, απόλυτος κυρίαρχος του Κοινοβουλίου το 2024, βρέθηκε γρήγορα να αντικαθίσταται ως κύρια αντιπολίτευση από το ακροδεξιό Chega. Η αδράνεια σε δομικές μεταρρυθμίσεις και στη φούσκα των ακινήτων άφησε χώρο σε λαϊκιστικές δυνάμεις να εκφράσουν την οργή της εργατικής τάξης.
Υπάρχουν, ωστόσο, και αντίρροπες τάσεις. Στη Γερμανία, ο αντιπρόεδρος και συμπρόεδρος του SPD, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, ανακοίνωσε σχέδιο φορολογικών ελαφρύνσεων για το 95% των φορολογουμένων και αυξήσεις για τους πλουσιότερους, σήμα ότι η ηγεσία αντιλαμβάνεται την ανάγκη για πιο καθαρές κοινωνικές επιλογές. Την ίδια στιγμή, ο ευρωβουλευτής Τόμπιας Κρέμερ υπογραμμίζει ότι η κεντροαριστερά δεν μπορεί να στηρίζεται σε εξωτερικούς «εχθρούς» όπως ο Ντόναλντ Τραμπ για να συσπειρώνει το ακροατήριό της.
Το ισπανικό μοντέλο και τα όριά του
Η πιο χαρακτηριστική θετική εξαίρεση είναι η Ισπανία. Ο Πέδρο Σάντσεθ διατηρεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε σχετικά υψηλή απήχηση, επιλέγοντας το αντίθετο μονοπάτι από τον «άχρωμο κεντρισμό». Συνεργάζεται με δυνάμεις στα αριστερά του, αξιοποίησε κρίσεις όπως η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία για να προωθήσει ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, φεμινιστικές πολιτικές, πιο ανοικτή μεταναστευτική προσέγγιση και αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους.
Κατά τον πολιτικό επιστήμονα Πάμπλο Σιμόν, οι Ισπανοί σοσιαλιστές «οικειοποιήθηκαν» τις πιο προωθημένες θέσεις της αριστεράς, συνδυάζοντας ανοιχτές κοινωνικές αξίες με μετρίως προοδευτική οικονομική πολιτική. Αυτό τους επέτρεψε να διατηρήσουν την προοδευτική ψήφο, αλλά ταυτόχρονα απειλεί τη μελλοντική τους κυβερνησιμότητα: αν οι μικρότεροι αριστεροί εταίροι αποδυναμωθούν υπερβολικά, η εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα γίνει δυσκολότερη.
Συνολικά, η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Χωρίς σαφές κοινωνικό μπλοκ αναφοράς και χωρίς πειστική απάντηση στις ανισότητες, η άνοδος της άκρας δεξιάς δεν μοιάζει παροδική, αλλά δομική. Η επιλογή ανάμεσα σε έναν άτολμο διαχειριστικό κεντρισμό και σε ένα συνεκτικό, σύγχρονο προοδευτικό σχέδιο θα κρίνει αν η σοσιαλδημοκρατία θα επιστρέψει ως δύναμη πλειοψηφίας ή θα παραμείνει σε μακρά παρακμή.
Σχόλιο
: Η κρίση της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών προσαρμογής σε ένα νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα χωρίς επαρκές αντιστάθμισμα κοινωνικής προστασίας. Όσο τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποφεύγουν να συγκρουστούν με τα συμφέροντα που γεννούν ανισότητες, τόσο θα χάνουν την εργατική και λαϊκή βάση τους προς την άκρα δεξιά. Το ισπανικό παράδειγμα δείχνει ότι μια σαφώς προοδευτική ατζέντα μπορεί να είναι εκλογικά βιώσιμη, αλλά απαιτεί πολιτικό ρίσκο, συνέπεια και μακρόπνοο σχέδιο – στοιχεία που λείπουν από τους περισσότερους κεντροαριστερούς ηγέτες της Ευρώπης.
#κεντροαριστερά #Ευρώπη #σοσιαλδημοκρατία #εκλογές #άκραΔεξιά






