Ευρώπη: Πώς η ενιαία αγορά τηλεπικοινωνιών κρίνει την ψηφιακή της ισχύ

Η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα αποκτήσει πραγματικά ενιαία αγορά συνδεσιμότητας ή θα συνεχίσει με 27 κατακερματισμένα καθεστώτα. Το διακύβευμα αφορά επενδύσεις, ασφάλεια, και την ικανότητα της ηπείρου να ανταγωνιστεί ΗΠΑ και Ασία.

Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης επανέρχεται με κεντρικό σύνθημα «Μία Ευρώπη, μία Αγορά». Ωστόσο, στον πυρήνα της ψηφιακής οικονομίας –τη συνδεσιμότητα και τα δίκτυα– η Ένωση εξακολουθεί να λειτουργεί σαν να προτιμά τον κατακερματισμό. Ενώ στην ενέργεια και τις κεφαλαιαγορές αναγνωρίζεται η ανάγκη στρατηγικής ενοποίησης, οι τηλεπικοινωνίες παραμένουν εγκλωβισμένες σε 27 διαφορετικά ρυθμιστικά καθεστώτα.

Το αποτέλεσμα είναι σαφές: η πρόοδος της Ευρώπης ορίζεται από τον πιο αργό παίκτη και η ασφάλειά της από τον πιο ευάλωτο. Σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη, ο βιομηχανικός εκσυγχρονισμός, η άμυνα και οι ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες στηρίζονται σε προηγμένα, ασφαλή δίκτυα, ο κατακερματισμός μεταφράζεται σε χαμένες επενδύσεις και χαμένο έδαφος έναντι ΗΠΑ και Ασίας.

Το Digital Networks Act και η ανάγκη για πραγματική ενοποίηση

Το Digital Networks Act (DNA), που προτάθηκε τον Ιανουάριο, φιλοδοξεί να ανανεώσει το πλαίσιο συνδεσιμότητας της ΕΕ, κλείνοντας τα επίμονα κενά σε επενδύσεις και καινοτομία. Παρά ορισμένα θετικά βήματα, ιδίως σε φάσμα και μετάβαση σε οπτική ίνα, η συνολική προσέγγιση κρίνεται υπερβολικά σταδιακή για να καλύψει το χάσμα με τις ΗΠΑ και τμήματα της Ασίας στην ανάπτυξη προηγμένου 5G standalone και σχετικών βιομηχανικών εφαρμογών.

Σύμφωνα με την οπτική του κλάδου, το DNA πρέπει να πετύχει τρεις κρίσιμους στόχους: Πρώτον, να ενθαρρύνει την καινοτομία αντί να παγιώνει ένα ρυθμιστικό μοντέλο του παρελθόντος. Οι κανόνες «ανοικτού διαδικτύου» οφείλουν να προστατεύουν τους καταναλωτές, αλλά και να αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται σήμερα τα δίκτυα, ιδίως για προηγμένες επιχειρηματικές και βιομηχανικές υπηρεσίες.

Δεύτερον, να δημιουργήσει πραγματική ενιαία αγορά, με ουσιαστική εφαρμογή της αρχής της χώρας προέλευσης σε διασυνοριακές τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, ώστε να μειωθεί δραστικά το κόστος συμμόρφωσης σε 27 αλληλεπικαλυπτάμενες εθνικές ρυθμίσεις. Τρίτον, να μειώσει το κόστος λειτουργίας: μεταρρυθμίζοντας την πολιτική φάσματος, επιταχύνοντας την απενεργοποίηση χαλκού όπου υπάρχει οπτική ίνα και καταργώντας παρωχημένους κανόνες που δεν αντανακλούν τη σημερινή ψηφιακή πραγματικότητα.

Κυβερνοασφάλεια και συγχωνεύσεις: από εμπόδιο σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα

Η ανάγκη ενίσχυσης της κυβερνοασφάλειας δεν αμφισβητείται. Όμως η αναθεώρηση του Cybersecurity Act, όπως περιγράφεται, συνδυάζει πολύ ευρύ πεδίο εφαρμογής με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, αγνοώντας τον τρόπο με τον οποίο ανανεώνεται στην πράξη η υποδομή μεγάλης κλίμακας. Μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, βασισμένη στην εμπειρία του «5G Toolbox», θα σήμαινε κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα, πιστοποίηση, ενισχυμένη ENISA και σταδιακή, με βάση τον κίνδυνο, αντιμετώπιση των απειλών, ευθυγραμμισμένη με τον κύκλο ζωής του εξοπλισμού. Έτσι, η ασφάλεια δεν θα «τρώει» το κεφάλαιο που απαιτείται για τον εκσυγχρονισμό.

Παράλληλα, οι ισχύοντες κανόνες συγχωνεύσεων επικεντρώνονται κυρίως σε βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις τιμών στην τρέχουσα τεχνολογία, χωρίς να λαμβάνουν επαρκώς υπόψη ότι σε δυναμικές αγορές όπως η κινητή τηλεφωνία, η πραγματική ευημερία των καταναλωτών εξαρτάται από την ταχύτητα επενδύσεων σε νέα δίκτυα. Ο κατακερματισμός οδηγεί σε υποεπένδυση και μειωμένη ικανότητα της Ευρώπης να σταθεί στον παγκόσμιο ψηφιακό ανταγωνισμό.

Η πρόταση του κλάδου είναι σαφής: αναθεώρηση της πολιτικής συγχωνεύσεων με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ώστε να επιτρέπεται η ενοποίηση εντός αγοράς όταν ενισχύει τα κίνητρα για επενδύσεις και βελτιώνει την ποιότητα δικτύων, με στοχευμένες συμπεριφορικές δεσμεύσεις για την προστασία των καταναλωτών. Έτσι, η κλίμακα δεν θα θεωρείται απειλή, αλλά προϋπόθεση για δίκτυα υψηλής ποιότητας, ανθεκτικότητα και καινοτομία.

Μια πολιτική απόφαση για την επόμενη ευρωπαϊκή θητεία

Η συνδεσιμότητα στην Ευρώπη χρηματοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά από ιδιωτικό κεφάλαιο. Για να ρέουν επενδύσεις, απαιτούνται ρυθμιστική σταθερότητα, σαφείς προοπτικές αγοράς και ρεαλιστική πιθανότητα μακροπρόθεσμων, βιώσιμων αποδόσεων. Εάν η ΕΕ αντιμετωπίζει σοβαρά την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, δεν μπορεί να διατηρεί το πλαίσιο συνδεσιμότητας διασπασμένο σε τρεις απομονωμένες συζητήσεις: DNA, κυβερνοασφάλεια και κανόνες συγχωνεύσεων.

Το δίλημμα είναι πλέον πολιτικό: είτε θα διαμορφωθούν οι όροι για την άνθηση δικτύων επόμενης γενιάς –με επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων υπέρ της καινοτομίας, ευθυγράμμιση των κανόνων ασφάλειας με τους τεχνολογικούς κύκλους και διαμόρφωση αγοραστικών δομών που απελευθερώνουν ιδιωτικό κεφάλαιο– είτε ο κατακερματισμός θα συνεχίσει να κρατά την ήπειρο πίσω.

Σχόλιο SBCTV : Το κείμενο της Vodafone λειτουργεί ως «οδικός χάρτης» λόμπινγκ: προωθεί χαλάρωση κανόνων συγχωνεύσεων και πιο ευέλικτη ρύθμιση, με αντάλλαγμα –υποσχόμενες– επενδύσεις σε 5G και δίκτυα νέας γενιάς. Για τις κυβερνήσεις και τις ρυθμιστικές αρχές, η πρόκληση είναι να ισορροπήσουν μεταξύ της ανάγκης για κλίμακα και κεφάλαια και του κινδύνου υπερσυγκέντρωσης ισχύος σε λίγους τηλεπικοινωνιακούς ομίλους, διασφαλίζοντας ότι η ενιαία αγορά συνδεσιμότητας δεν θα γίνει απλώς ενιαία αγορά ολιγοπωλίων.

#ΕΕ #Τηλεπικοινωνίες #5G #ΨηφιακήΜετάβαση

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.