Ο Ντόναλντ Τραμπ καλεί τον κόσμο να στραφεί στο αμερικανικό πετρέλαιο για να καλύψει το κενό από τον πόλεμο με το Ιράν. Όμως η άνοδος των τιμών καυσίμων απειλεί να γυρίσει μπούμερανγκ πολιτικά και οικονομικά.
Η απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να καλέσει ανοιχτά τις χώρες που πλήττονται από τις ελλείψεις καυσίμων λόγω του πολέμου με το Ιράν να «αγοράσουν πετρέλαιο από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής» αναδεικνύει την ενεργειακή ισχύ των ΗΠΑ, αλλά και τα όρια αυτής της στρατηγικής. Η Ουάσιγκτον προβάλλει τον εαυτό της ως εναλλακτικό προμηθευτή, όμως η πραγματικότητα της αγοράς και το πολιτικό κόστος στο εσωτερικό δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Περιορισμένη ικανότητα κάλυψης του παγκόσμιου κενού
Παρά την εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγής τα τελευταία χρόνια, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον όγκο πετρελαίου που έχει «εγκλωβιστεί» πίσω από τα Στενά του Ορμούζ, λόγω της ιρανικής απάντησης στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις. Η τιμή του αμερικανικού αργού εκτινάχθηκε πάνω από 11 δολάρια σε μία ημέρα, στα 111,54 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent ξεπέρασε τα 108 δολάρια. Η μέση τιμή βενζίνης στις ΗΠΑ ανέβηκε στα 4,08 δολάρια το γαλόνι, εξέλιξη ιδιαίτερα ευαίσθητη για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.
Αναλυτές της αγοράς επισημαίνουν ότι, παρά το γεγονός πως οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, εξακολουθούν να είναι καθαρός εισαγωγέας αργού κατά περίπου 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Ακόμη και αν οι σχιστολιθικές επιχειρήσεις αυξήσουν γρήγορα την παραγωγή, ο χρονικός ορίζοντας 3-6 μηνών και η πιθανή προσθήκη περίπου 1 εκατ. βαρελιού ημερησίως υπολείπεται κατά πολύ των περίπου 10 εκατ. βαρελιών ημερησίως που έχουν χαθεί από τα Στενά του Ορμούζ.
Παγκόσμιες επιπτώσεις και πολιτικό κόστος για τον Τραμπ
Η κρίση καυσίμων ήδη πλήττει την Ασία, όπου χώρες όπως η Ταϊλάνδη προχωρούν σε δελτίο καυσίμων, κλείσιμο σχολείων και τετραήμερη εργάσιμη εβδομάδα για να περιορίσουν τη ζήτηση. Αεροπορικές εταιρείες σε Ασία και Ευρώπη ανακοινώνουν περικοπές πτήσεων, ενώ στην Αυστραλία καταγράφονται ελλείψεις σε πρατήρια. Στις ΗΠΑ, μεγάλες εταιρείες όπως η United Airlines μειώνουν τη χωρητικότητα κατά περίπου 5% για να αντιμετωπίσουν το αυξημένο κόστος καυσίμων.
Στο πολιτικό πεδίο, ο πόλεμος με το Ιράν και οι υψηλές τιμές βενζίνης αποδεικνύονται ήδη ιδιαίτερα αντιδημοφιλείς, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές. Δημοσκοπήσεις δείχνουν το ποσοστό έγκρισης του Τραμπ για την οικονομία σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ τα δύο τρίτα των Αμερικανών ζητούν ταχεία απεμπλοκή από τη σύγκρουση, ακόμη κι αν δεν επιτευχθούν οι στόχοι που έχει θέσει ο Λευκός Οίκος.
Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι η απελευθέρωση της αμερικανικής παραγωγής μέσω μείωσης της «γραφειοκρατίας» θα συνεχίσει να στηρίζει την προσφορά, η στάση των ίδιων των πετρελαϊκών εταιρειών είναι πιο επιφυλακτική. Μετά τις μεγάλες ζημιές της δεκαετίας του 2010, δίνουν πλέον προτεραιότητα στην κερδοφορία και όχι στον όγκο, φοβούμενες ότι μια επιθετική αύξηση παραγωγής θα συμπιέσει ξανά τις τιμές πριν το νέο πετρέλαιο φτάσει στην αγορά.
Στο παρασκήνιο, υπάρχουν και τεχνικοί περιορισμοί: το ελαφρύ, «γλυκό» σχιστολιθικό αργό των ΗΠΑ είναι ιδανικό για βενζίνη, όχι όμως για ντίζελ και καύσιμα τζετ, ενώ μεγάλο μέρος των διυλιστηρίων στον Κόλπο του Μεξικού έχει σχεδιαστεί για βαρύτερα, «όξινα» αργά, όπως αυτά της Μέσης Ανατολής.
Σχόλιο
: Η κρίση αναδεικνύει ότι η «ενεργειακή ανεξαρτησία» των ΗΠΑ έχει σαφή όρια: η χώρα παραμένει δεμένη με τις παγκόσμιες τιμές και τις γεωπολιτικές εντάσεις. Η επιλογή Τραμπ να εργαλειοποιήσει τις εξαγωγές πετρελαίου για να καλύψει ένα τεράστιο κενό προσφοράς μπορεί να ενισχύει το αφήγημα ισχύος, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο εσωτερικής αναταραχής αν οι Αμερικανοί βρεθούν να πληρώνουν 5 δολάρια το γαλόνι. Για την Ευρώπη και χώρες εισαγωγείς όπως η Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: η εξάρτηση από το πετρέλαιο σε ένα περιβάλλον πολέμου στον Κόλπο μεταφράζεται άμεσα σε ακρίβεια, ενεργειακή ανασφάλεια και πίεση στην ανάπτυξη.






