Σαφή αποστασιοποίηση από τα ρωσικά φορτία σιταριού που προέρχονται από κατεχόμενες ουκρανικές περιοχές σηματοδοτεί το Κάιρο. Η κίνηση έχει βαρύ γεωπολιτικό και αγροδιατροφικό αποτύπωμα για τις παγκόσμιες αγορές σιτηρών.
Η Αίγυπτος, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σιταριού παγκοσμίως, δεν θα αποδέχεται πλέον φορτία ουκρανικού σιταριού που εξάγονται από τη Ρωσία και προέρχονται από ουκρανικά εδάφη υπό ρωσική κατοχή, σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Η απόφαση, όπως τη μετέφερε ο ίδιος μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αιγύπτιο πρόεδρο Άμπντελ Φατάχ αλ-Σίσι, συνιστά ηχηρό μήνυμα για τη νομιμότητα των ρωσικών εξαγωγών από κατεχόμενες περιοχές.
Στροφή πολιτικής του Καΐρου και εξάρτηση από ρωσικό σιτάρι
Ο Ζελένσκι ανέφερε ότι ο Αιγύπτιος πρόεδρος τον ενημέρωσε πως «η Αίγυπτος δεν θα αποδέχεται πλέον σιτηρά που εξάγονται από τη Ρωσία από τα προσωρινά κατεχόμενα εδάφη μας». Παράλληλα, σημείωσε ότι το Κάιρο εξέφρασε ενδιαφέρον για αύξηση των εισαγωγών σιτηρών απευθείας από την Ουκρανία.
Η κίνηση αυτή συνιστά σημαντική αναθεώρηση της αιγυπτιακής στάσης. Τα τελευταία χρόνια, η Αίγυπτος έχει βασιστεί έντονα στη Ρωσία για την επισιτιστική της ασφάλεια: μόνο το 2025, σύμφωνα με δηλώσεις του Ρώσου πρέσβη στο Κάιρο, η χώρα φέρεται να αγόρασε πάνω από 8 εκατ. τόνους ρωσικών σιτηρών. Η απόφαση να μην αναγνωρίζει πλέον φορτία που προέρχονται από ουκρανικά εδάφη υπό ρωσικό έλεγχο έρχεται να ευθυγραμμίσει την Αίγυπτο με τη θέση του διεθνούς δικαίου περί μη νομιμοποίησης προϊόντων από κατεχόμενα εδάφη.
Σε πρακτικό επίπεδο, η Αίγυπτος επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διασφάλισης φθηνών εισαγωγών σιταριού και στην πίεση να μην ενισχύει, έστω έμμεσα, τη ρωσική κατοχή ουκρανικών εδαφών. Η προθυμία να αυξήσει τις απευθείας αγορές από την Ουκρανία ενισχύει τον ρόλο του Κιέβου ως κρίσιμου προμηθευτή για τον αναπτυσσόμενο κόσμο, ιδιαίτερα μετά τις επανειλημμένες αναταράξεις στη Μαύρη Θάλασσα και τις επιθέσεις σε λιμενικές υποδομές.
Πολεμικό και ενεργειακό πλαίσιο – νέο άνοιγμα Κιέβου στο Κάιρο
Ο Ζελένσκι ανέφερε επίσης ότι στη συνομιλία με τον αλ-Σίσι συζητήθηκε ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ο αντίκτυπός του στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Οι εξελίξεις στην περιοχή, με την ένταση να επηρεάζει τις θαλάσσιες οδούς και τα ασφάλιστρα κινδύνου, προσθέτουν ένα ακόμη στρώμα αβεβαιότητας στο τρίγωνο τροφίμων–ενέργειας–ασφάλειας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά του Ουκρανού προέδρου ότι το Κίεβο προσέφερε στο Κάιρο «στρατιωτικο-τεχνική συνεργασία» και ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τις σχετικές συζητήσεις. Παρότι δεν δίνονται λεπτομέρειες, η πρόταση υποδηλώνει ότι η Ουκρανία επιχειρεί να διευρύνει τις αμυντικές της σχέσεις με βασικούς παίκτες του αραβικού κόσμου, αξιοποιώντας ως γέφυρα την επισιτιστική συνεργασία.
Για την Ευρώπη και χώρες όπως η Ελλάδα, που παρακολουθούν στενά τις ροές σιτηρών και την ασφάλεια εφοδιασμού στη Μεσόγειο, η αιγυπτιακή στροφή έχει διπλό μήνυμα: αφενός ενισχύει την ουκρανική θέση στη διεθνή αγορά, αφετέρου πιέζει τη Ρωσία, περιορίζοντας τα περιθώρια να εξάγει προϊόντα από κατεχόμενες περιοχές ως «νόμιμα» ρωσικά.
Σχόλιο
: Η απόφαση της Αιγύπτου λειτουργεί ως έμμεση διεθνής αναγνώριση ότι τα σιτηρά από κατεχόμενη ουκρανική γη δεν μπορούν να θεωρούνται ουδέτερο εμπόρευμα. Αν επιβεβαιωθεί στην πράξη, περιορίζει τη ρωσική δυνατότητα να «ξεπλένει» προϊόντα από κατεχόμενες περιοχές μέσω τρίτων αγορών και ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ του Κιέβου στον παγκόσμιο επισιτιστικό χάρτη.






