Η αύξηση των θανατηφόρων τροχαίων στη Βρετανία συγκρούεται με ένα ασαφές νομικό πλαίσιο, που συχνά οδηγεί σε ήπιες ποινές. Η διάκριση μεταξύ «απρόσεκτης» και «επικίνδυνης» οδήγησης βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας κριτικής.
Το 2024, 1.602 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στους βρετανικούς δρόμους. Παρ’ όλα αυτά, μόνο ένα μικρό μέρος των υποθέσεων οδήγησε σε ποινική δίωξη των οδηγών που επέζησαν. Όταν τελικά ανακοινώνονται οι ποινές, η κοινωνική αντίδραση είναι συνήθως ένα μείγμα θλίψης, οργής και –όλο και περισσότερο– απορίας: γιατί κάποιοι οδηγοί που σκοτώνουν ανθρώπους λαμβάνουν τόσο μικρές ποινές; Και γιατί σε τόσες περιπτώσεις οι κατηγορίες περιορίζονται σε «απρόσεκτη» και όχι «επικίνδυνη» οδήγηση;
Η ασαφής διάκριση «απρόσεκτης» και «επικίνδυνης» οδήγησης
Ολόκληρο το βρετανικό νομικό πλαίσιο για τα τροχαία βασίζεται στην έννοια του «ικανoύ και προσεκτικού οδηγού». Η «απρόσεκτη» οδήγηση ορίζεται ως συμπεριφορά που πέφτει κάτω από αυτό το πρότυπο, ενώ η «επικίνδυνη» ως συμπεριφορά που πέφτει «πολύ κάτω» από αυτό, και την οποία κάθε ικανός οδηγός θα αναγνώριζε ως επικίνδυνη.
Στην πράξη, όμως, αυτή η κλίμακα αποδεικνύεται εξαιρετικά υποκειμενική. Η καθηγήτρια νομικής Σάλι Κιντ περιγράφει δύο πρόσφατες υποθέσεις που ανέδειξαν το πρόβλημα. Στο Μπέρμιγχαμ, ο Τζαβόνι Τέιβενερ καταδικάστηκε για τον θάνατο της τετράχρονης Μαγιάρ Γιαχία. Οδηγούσε σε ζώνη των 20 μιλίων, με υπερβολική ταχύτητα, μιλώντας στο κινητό, με κάνναβη στον οργανισμό του και επιχειρώντας προσπέραση κοντά σε διασταύρωση. Βίντεο από κάμερα αυτοκινήτου έδειξε ότι έχασε τον έλεγχο, ανέβηκε στο πεζοδρόμιο και χτύπησε την οικογένεια του παιδιού. Παρ’ όλα αυτά, η Εισαγγελία επέλεξε κατηγορία «απρόσεκτης» και όχι «επικίνδυνης» οδήγησης, στερώντας από το δικαστήριο τη δυνατότητα αυστηρότερης ποινής.
Την ίδια ημέρα, στο Λίνκολν, η 18χρονη Μαντλέιν Λόνσντεϊλ παραδέχτηκε ότι προκάλεσε, λόγω απρόσεκτης οδήγησης, τον θάνατο δύο συνομηλίκων της. Οδηγούσε με 76 μίλια την ώρα σε δρόμο με όριο 60, χωρίς να φρενάρει πριν από στροφή, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να βγει από τον δρόμο και να προσκρούσει σε δέντρο. Για πολλούς, η επιλογή της κατηγορίας «απρόσεκτης» μοιάζει αδικαιολόγητα επιεικής, αφού η ταχύτητα ήταν επιλογή και όχι στιγμιαίο λάθος.
Ποινές, αστυνόμευση και κοινωνική ανοχή στην παραβατικότητα
Και στις δύο υποθέσεις, οι δικαστές κατέταξαν τα αδικήματα στην υψηλότερη κατηγορία βάσει των ποινικών οδηγιών. Οι ποινές μειώθηκαν λόγω ομολογίας ενοχής, όπως προβλέπεται. Ο Τέιβενερ έλαβε τρία χρόνια και δέκα μήνες κάθειρξη και εξαετή απαγόρευση οδήγησης, ενώ η Λόνσντεϊλ 14 μήνες φυλάκιση και απαγόρευση οδήγησης για τριάμισι χρόνια. Ο δικαστής στο Μπέρμιγχαμ εξέφρασε ανοιχτά την ενόχλησή του ότι η επιλογή της κατηγορίας περιόρισε τις δυνατότητές του να επιβάλει αυστηρότερη ποινή – μια σπάνια δημόσια αμφισβήτηση της κρίσης της Εισαγγελίας.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες αποφάσεις. Η έννοια του «ικανoύ και προσεκτικού οδηγού» δεν έχει κοινά αποδεκτό περιεχόμενο: εισαγγελείς, αστυνομικοί, δικαστές και ένορκοι τη διαβάζουν διαφορετικά. Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι παραβάσεις αυξάνονται: το 2024 στην Αγγλία και την Ουαλία καταγράφηκαν περισσότερα αδικήματα οδικής κυκλοφορίας από ποτέ, με την υπερβολική ταχύτητα και τη χρήση κινητού να έχουν λάβει διαστάσεις επιδημίας.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από τη μείωση της τροχαίας αστυνόμευσης – οι σχετικοί προϋπολογισμοί μειώθηκαν σε πραγματικούς όρους πάνω από ένα τρίτο μεταξύ 2012/13 και 2019/20. Με λιγότερους αστυνομικούς στους δρόμους, η παραβατική συμπεριφορά σπάνια τιμωρείται, ενισχύοντας την αίσθηση ατιμωρησίας.
Ανάγκη μεταρρύθμισης και αλλαγής νοοτροπίας
Η Κιντ υποστηρίζει ότι απαιτούνται τρεις παράλληλες παρεμβάσεις: πρώτον, ριζική αναθεώρηση των αδικημάτων οδήγησης, με εγκατάλειψη της αόριστης διάκρισης «απρόσεκτης» – «επικίνδυνης» και υιοθέτηση σαφών, συμπεριφορικών κριτηρίων (ταχύτητα, χρήση κινητού, παράνομο προσπέρασμα κ.ά.). Δεύτερον, ουσιαστική επένδυση στην τροχαία αστυνόμευση, ώστε οι φιλόδοξοι στόχοι μείωσης θανάτων και σοβαρών τραυματισμών να μην μείνουν κενό γράμμα. Τρίτον, μια βαθύτερη κοινωνική μετατόπιση: από την αντίληψη της οδήγησης ως «δικαιώματος» προς την κατανόησή της ως βαριάς ευθύνης, με έμφαση στα θύματα και όχι στις διαμαρτυρίες για όρια ταχύτητας και κάμερες.
Η βρετανική εμπειρία λειτουργεί ως προειδοποίηση και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες: χωρίς σαφείς νόμους, συνεπή επιβολή και κοινωνική συναίνεση ότι ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας δεν είναι προαιρετικός, οι δρόμοι θα συνεχίσουν να παράγουν «προβλέψιμες τραγωδίες» με ήπιες συνέπειες για τους υπαίτιους.
Σχόλιο
: Η βρετανική συζήτηση για τα θανατηφόρα τροχαία αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα και για την Ελλάδα: όταν το νομικό πλαίσιο παραμένει ασαφές και η αστυνόμευση υποχωρεί, η κοινωνία στέλνει, άθελά της, μήνυμα ανοχής στην επικίνδυνη οδήγηση. Η εμπειρία δείχνει ότι χωρίς αυστηρό, κατανοητό και συνεπώς εφαρμοζόμενο σύστημα ευθυνών, οι δρόμοι λειτουργούν ως «ζώνες χαμηλής λογοδοσίας», με το κόστος να το πληρώνουν διαχρονικά τα θύματα και οι οικογένειές τους.






