Βιομηχανία υπό πίεση: Γιατί απορρίπτει το πακέτο στήριξης ρεύματος

Το πακέτο των 700 εκατ. ευρώ για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας χαρακτηρίζεται από την αγορά «πολύ λίγο, πολύ αργά». Η κριτική εστιάζει στο ότι βασίζεται σε παλιές παραδοχές και σε ήδη υφιστάμενους μηχανισμούς, χωρίς ουσιαστική μείωση της τιμής κιλοβατώρας.

Με ψυχρότητα υποδέχθηκε η ελληνική βιομηχανία το πακέτο μέτρων ύψους 700 εκατ. ευρώ σε βάθος πενταετίας, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Παρά τη δημοσιονομική στενότητα, οι επιχειρήσεις μιλούν για παρέμβαση «μια φάση πίσω» από την πραγματικότητα, σχεδιασμένη με δεδομένα προ της νέας ενεργειακής κρίσης στην Ευρώπη.

Την ώρα που οι τιμές φυσικού αερίου έχουν κινηθεί από τα 30 στα 50-60 €/MWh και τα futures ρεύματος από τα 80 στα περίπου 94 ευρώ, το πακέτο στηρίζεται κυρίως σε έναν μηχανισμό που λειτουργεί ήδη από το 2013 και προσφέρει ελάχιστη ανακούφιση στο σύνολο της παραγωγικής βάσης.

Βάρος στην αντιστάθμιση CO2, ελάχιστη επίδραση στην κιλοβατώρα

Στον πυρήνα των 700 εκατ. ευρώ βρίσκεται ο μηχανισμός αντιστάθμισης CO2, δηλαδή η επιστροφή μέρους του κόστους δικαιωμάτων εκπομπών στις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Η κυβέρνηση πέτυχε, μετά από πολύμηνη διαπραγμάτευση με την Κομισιόν, την αύξηση του εθνικού συντελεστή εκπομπών στο 0,82 τόνοι CO2/MWh για την περίοδο 2026-2030, αντί της προγραμματισμένης μείωσης προς τα 0,57. Αυτό μεταφράζεται σε πρόσθετο όφελος περίπου 75 εκατ. ευρώ ετησίως για τις επιλέξιμες επιχειρήσεις.

Ωστόσο, ο μηχανισμός αφορά μόλις 40-50 μεγάλες βιομηχανίες και δεν συνιστά νέα πολιτική. Επιπλέον, όπως υπενθυμίζει ο επικεφαλής της ΕΒΙΚΕΝ Αντώνης Κοντολέων, το κράτος δεν υπήρξε συνεπές στην απόδοση των σχετικών πόρων: το 2023 διατέθηκε μόλις το 16,2% των συνολικών εσόδων από τα δικαιώματα CO2 και το 2024 περίπου το 20%, πολύ κάτω από το θεωρητικό 25%.

Η μοναδική άμεσα ορατή μείωση στο τιμολόγιο ρεύματος αφορά τη χρέωση ΥΚΩ. Από 1η Ιουλίου 2026 προβλέπεται μείωση 50% για επιχειρήσεις υψηλής και μέσης τάσης, με ετήσιο όφελος 26 εκατ. ευρώ. Για περίπου 23.000 μικρότερες ενεργοβόρες επιχειρήσεις – όπως φούρνοι και βιοτεχνίες – η επίδραση αποτιμάται σε μόλις 0,2-0,3 λεπτά ανά κιλοβατώρα, κάτι που παράγοντες της αγοράς χαρακτηρίζουν «ασπιρίνη» μπροστά στις αναμενόμενες αυξήσεις.

Επενδύσεις εξοικονόμησης και το ευρωπαϊκό αδιέξοδο CISAF

Το τρίτο σκέλος του πακέτου αφορά επιχορηγήσεις 200 εκατ. ευρώ, μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού, για δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας και εξηλεκτρισμού σε βιομηχανίες υψηλής, μέσης και χαμηλής τάσης. Θα απαιτείται τουλάχιστον 10% εξοικονόμηση ενέργειας ανά επενδυτικό σχέδιο, με επιλέξιμους κλάδους από αλουμίνιο και μέταλλα έως τσιμέντο, χαρτί, ξυλεία και χημική βιομηχανία. Η εξειδίκευση του προγράμματος παραπέμπεται για τον Ιούνιο.

Παράλληλα, παραμένει κλειστή η δυνατότητα ταυτόχρονης εφαρμογής αντιστάθμισης CO2 και επιδότησης κιλοβατώρας μέσω του ευρωπαϊκού πλαισίου CISAF, καθώς ο νέος κανονισμός επιβάλλει συμψηφισμό. Αυτό θεωρείται μη συμφέρον για την Ελλάδα και αποτέλεσε βασικό εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις. Η ΕΒΙΚΕΝ ζητά η χώρα να ευθυγραμμιστεί με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που πιέζουν για βελτίωση του πλαισίου, ώστε να καταστεί δυνατή η παράλληλη εφαρμογή των δύο εργαλείων.

Η βιομηχανία, μέσω ΣΕΒ και ΕΒΙΚΕΝ, καλεί την κυβέρνηση να επανεξετάσει άμεσα το πακέτο, να ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση για μηχανισμούς όπως η διακοψιμότητα και να αναζητήσει λύσεις που δεν επιβαρύνουν κατ’ ανάγκη τον προϋπολογισμό, αλλά προσφέρουν πραγματική μείωση στην τιμή της κιλοβατώρας.

Σχόλιο SBCTV : Η κυβέρνηση εμφανίζει ως «νίκη» τη διάσωση της αντιστάθμισης CO2, όμως στην πράξη διορθώνει καθυστερημένα ένα δικό της θεσμικό κενό, χωρίς να απαντά στο κεντρικό ζητούμενο: τη μείωση της τιμής της κιλοβατώρας για το σύνολο της βιομηχανίας. Αν δεν υπάρξει γρήγορη αναβάθμιση του πακέτου, με πιο στοχευμένες και άμεσες παρεμβάσεις, ο κίνδυνος απώλειας ανταγωνιστικότητας και αποβιομηχάνισης θα ενταθεί σε ένα ήδη επιβαρυμένο ευρωπαϊκό ενεργειακό περιβάλλον.

#βιομηχανία #ενέργεια #ηλεκτρικό_ρεύμα #CO2 #οικονομία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.