Τουρκία: Προφυλάκιση δημοσιογράφου της DW οξύνει τη σύγκρουση για Τύπο

Ο ανταποκριτής της Deutsche Welle Αλιτζάν Ουλουντάγ παραμένει προφυλακισμένος επί έξι εβδομάδες με κατηγορίες για προσβολή του προέδρου. Η υπόθεση αναδεικνύει τις δομικές παθογένειες της τουρκικής Δικαιοσύνης και την κλιμάκωση της πίεσης στα ανεξάρτητα ΜΜΕ.

Η παρατεταμένη προφυλάκιση του Τούρκου δημοσιογράφου και ανταποκριτή της Deutsche Welle Αλιτζάν Ουλουντάγ στην Κωνσταντινούπολη εξελίσσεται σε εμβληματική υπόθεση για την κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία. Ο έμπειρος δικαστικός ρεπόρτερ, με 18ετή παρουσία στην κάλυψη πολιτικών δικών, κρατείται από τις 20 Φεβρουαρίου, αντιμετωπίζοντας βαρύ κατηγορητήριο που μπορεί να οδηγήσει σε ποινή έως και 19 ετών κάθειρξης.

Κατηγορίες και νομικές αντιφάσεις

Στον Ουλουντάγ αποδίδονται τρία αδικήματα: «δημόσια προσβολή του προέδρου», «δημόσια διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών» και «δημόσια προσβολή κρατικών θεσμών». Η βάση της δίωξης είναι κυρίως αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δημοσιογραφικά κείμενα, μεταξύ των οποίων επικριτικά σχόλια για τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και προφίλ του νέου υπουργού Δικαιοσύνης Ακίν Γκιουρλέκ, δημοσιευμένο από τη DW.

Παρότι ο δημοσιογράφος κατοικεί στην Άγκυρα, η υπόθεση άνοιξε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνελήφθη. Οι δικηγόροι του αμφισβήτησαν εξαρχής την αρμοδιότητα των εκεί δικαστικών αρχών. Πρόσφατα, δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης αποφάνθηκε ότι δεν έχει δικαιοδοσία και διαβίβασε τη δικογραφία στην Άγκυρα, την ίδια στιγμή όμως έκανε δεκτό το κατηγορητήριο και διέταξε συνέχιση της έρευνας – μια αντίφαση που, κατά την υπεράσπιση, υπονομεύει περαιτέρω τη νομιμότητα της διαδικασίας.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Ουλουντάγ παραμένει προφυλακισμένος χωρίς καν να έχει οριστεί αρμόδιο δικαστήριο, γεγονός που οι συνήγοροί του χαρακτηρίζουν κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματος στην προσωπική ελευθερία και σε δίκαιη δίκη.

Ευρωπαϊκή νομολογία και διεθνείς αντιδράσεις

Η νομική γραμμή της υπεράσπισης στηρίζεται εκτενώς στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι δικηγόροι επικαλούνται αποφάσεις που ξεκαθαρίζουν ότι οι διατάξεις περί «προσβολής πολιτικών ηγετών» δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ποινικοποίηση πολιτικής κριτικής και ότι οι δημόσιοι αξιωματούχοι οφείλουν να ανέχονται υψηλότερο βαθμό κριτικής από τους ιδιώτες.

Έχει ήδη υποβληθεί προσφυγή στο τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο, με το επιχείρημα ότι παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία του Τύπου. Αν γίνει δεκτή, ο Ουλουντάγ θα πρέπει να αποφυλακιστεί άμεσα, σύμφωνα με τους συνηγόρους του. Σε αντίθετη περίπτωση, ο φάκελος θα μεταβιβαστεί στην Άγκυρα, όπου θα ζητηθεί εκ νέου η αποφυλάκισή του, τουλάχιστον κατά την πρώτη δικάσιμο.

Μοτίβο εκφοβισμού και επιπτώσεις στα ΜΜΕ

Ο Ουλουντάγ δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση. Οργανώσεις όπως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα και τουρκικές ενώσεις δημοσιογράφων επισημαίνουν ότι η υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο ποινικοποίησης της δημοσιογραφίας. Η πρόσφατη σύλληψη του ρεπόρτερ Ισμαήλ Αρί, της εφημερίδας «Birgün», με παρόμοιες κατηγορίες, ενισχύει την εικόνα μιας συστηματικής στρατηγικής αποτροπής κριτικής κάλυψης.

Κατά τους νομικούς του Ουλουντάγ, δεν υφίστανται οι τυπικές προϋποθέσεις για προφυλάκιση: δεν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, ούτε δυνατότητα αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων, ενώ ο ίδιος έχει στο παρελθόν συνεργαστεί πλήρως με τις αρχές. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει έγκλειστος, γεγονός που ερμηνεύεται ως μήνυμα προς τον κλάδο: «Μπορείς να συλληφθείς και να κρατηθείς μόνο και μόνο για τη δημοσιογραφική σου δουλειά», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ένας από τους δικηγόρους του.

Την ίδια στιγμή, διαδηλώσεις σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη υπέρ της ελευθερίας του Τύπου διαλύθηκαν από την αστυνομία με ισχυρή παρουσία δυνάμεων καταστολής, ενισχύοντας την εικόνα ενός κλίματος φόβου γύρω από τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης.

Σχόλιο SBCTV : Η υπόθεση Ουλουντάγ λειτουργεί ως τεστ αντοχής για το ήδη επιβαρυμένο κράτος δικαίου στην Τουρκία. Η εργαλειοποίηση ασαφών διατάξεων περί «προσβολής» και «παραπληροφόρησης» απέναντι σε δημοσιογράφους διεθνούς μέσου όπως η DW στέλνει σαφές μήνυμα αποτροπής προς κάθε κριτική φωνή. Για την Ευρώπη, η εξέλιξη αυτή δεν είναι απλώς ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και στρατηγικό ερώτημα για το κατά πόσο μπορεί να στηρίζεται σε μια χώρα-κλειδί της περιοχής, όταν η ελευθερία του Τύπου αντιμετωπίζεται ως ποινικό αδίκημα.

#Τουρκία #ΕλευθερίαΤύπου #Δημοσιογράφοι #ΑνθρώπιναΔικαιώματα

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.