Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να επενδύει στην ελπίδα μιας «μετά τον Τραμπ» Αμερικής που θα επιστρέψει αυτόματα στη θεσμική κανονικότητα. Η νέα πραγματικότητα απαιτεί αυτόνομη στρατηγική, ενίσχυση άμυνας και πολιτική συνοχή.
Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχει μετατρέψει τις διατλαντικές σχέσεις από δεδομένο πυλώνα σταθερότητας σε παράγοντα μόνιμης αβεβαιότητας. Το κεντρικό επιχείρημα που αναδεικνύεται πλέον σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να στηρίζει τη στρατηγική της στην προσδοκία πως, μετά τον Τραμπ, οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν αυτόματα σε μια προβλέψιμη, θεσμικά συγκρατημένη εξωτερική πολιτική.
Η κρίση εμπιστοσύνης στη διατλαντική σχέση
Ο Τραμπ αντιμετωπίζεται ως ηγέτης με αυταρχικά ένστικτα, σε μια χώρα που εξακολουθεί να είναι δημοκρατία αλλά δοκιμάζει τα όρια των θεσμών της. Η σύγκρουση ανάμεσα σε έναν πρόεδρο που λειτουργεί σαν «μονάρχης» και σε ένα σύνταγμα που δημιουργήθηκε για να αποκλείσει τη μοναρχία δημιουργεί μια μάχη φθοράς, με παγκόσμιες συνέπειες.
Για την Ευρώπη, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύφος, αλλά η ουσία: ο Τραμπ αναγνωρίζει ως μόνη πηγή νομιμοποίησης τον εαυτό του, δηλώνοντας ότι μοναδικός φραγμός στις ενέργειές του διεθνώς είναι «η δική του ηθική» και «το δικό του μυαλό». Αυτό καθιστά αδύνατη κάθε έννοια «μερικής ευθυγράμμισης»· οι σύμμαχοι καλούνται ουσιαστικά σε άνευ όρων υποταγή.
Η ευρωπαϊκή απάντηση μέχρι σήμερα κινήθηκε μεταξύ κατευνασμού και αποφυγής ευθείας σύγκρουσης: κολακεία για να διασωθεί το ΝΑΤΟ, αυξήσεις αμυντικών δαπανών για να καμφθούν οι απειλές αποχώρησης των ΗΠΑ, και προσπάθεια να διατηρηθούν στοιχειώδεις εγγυήσεις για την Ουκρανία. Παρά τον ορθολογικό πυρήνα αυτής της τακτικής, η ήπειρος καθυστέρησε να αποδεχθεί ότι η «εποχή Τραμπ» δεν είναι απλώς μια προσωρινή εκτροπή, αλλά σύμπτωμα βαθύτερης μετατόπισης στην αμερικανική πολιτική.
Ανάγκη ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας
Η εμπειρία της πρώτης θητείας Τραμπ, που κορυφώθηκε με την επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021, δεν δημιούργησε επαρκή «ανοσία» στο αμερικανικό πολιτικό σώμα ώστε να αποτρέψει μια δεύτερη, ακόμη πιο επιθετική φάση αμφισβήτησης θεσμών και συμμαχιών. Αυτό έχει διαβρώσει την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων ότι μια μελλοντική, πιο μετριοπαθής αμερικανική ηγεσία θα μπορέσει να αποκαταστήσει σταθερά τις παλιές νόρμες.
Παράλληλα, ένα τμήμα της αμερικανικής συντηρητικής σκέψης αντιμετωπίζει την ευρωπαϊκή φιλελεύθερη δημοκρατία ως ένδειξη παρακμής και «πολιτισμικής διαγραφής» της λευκής, χριστιανικής ταυτότητας από τη μετανάστευση. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η πολυμερής διπλωματία και οι διεθνείς θεσμοί εκλαμβάνονται ως εργαλεία αδυνάτων, όχι ως θεμέλια συλλογικής ασφάλειας. Αυτή η ιδεολογική ρήξη περιορίζει τον χώρο για ουσιαστικό διάλογο.
Η κρίση με το Ιράν και οι πιέσεις Τραμπ προς τους Ευρωπαίους για συμμετοχή σε μια σύγκρουση που θεωρείται παράνομη από πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έφεραν στην επιφάνεια ένα αναπόφευκτο δίλημμα: η Ευρώπη πρέπει να επιλέξει αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως συμπλήρωμα της αμερικανικής ισχύος ή αν θα διαμορφώσει δική της συνεκτική στρατηγική, με βάση τα δικά της συμφέροντα, τη γεωγραφία της και την οικονομική της διασύνδεση.
Ο δρόμος προς μια πιο ενωμένη, αλλά ρεαλιστική Ευρώπη
Η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας, η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης από αυταρχικά καθεστώτα και η εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης αναδεικνύονται ως προϋποθέσεις για να αντιμετωπιστεί η «τραμπδημία» – ένα φαινόμενο που δεν εξαντλείται στο πρόσωπο του σημερινού προέδρου, αλλά εκφράζει μια ευρύτερη αμερικανική εσωτερική πόλωση.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή ενότητα δεν είναι δεδομένη: οι 27 έχουν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, οικονομικές δομές και εσωτερικές πολιτικές πιέσεις. Η απαίτηση των κοινωνιών για κοινωνικές δαπάνες συγκρούεται με τις ανάγκες επανεξοπλισμού, ενώ οι ενεργειακές επιλογές συχνά υπαγορεύονται από βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος. Επιπλέον, το Brexit έχει αφήσει πίσω του ένα περίπλοκο νομικό και πολιτικό τοπίο, δυσχεραίνοντας την πλήρη επαναπροσέγγιση Λονδίνου–Βρυξελλών, παρότι η οικονομική και γεωπολιτική λογική ωθεί προς μεγαλύτερη σύγκλιση.
Το συμπέρασμα που κερδίζει έδαφος είναι ότι η Ευρώπη οφείλει να θωρακίσει τις δικές της δημοκρατίες και θεσμούς, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι θα έχει μόνιμα έναν αξιόπιστο σύμμαχο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η προσδοκία μιας «επιστροφής στην κανονικότητα» στις ΗΠΑ μπορεί να παραμείνει ευχή, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί πια βάση στρατηγικού σχεδιασμού.
Σχόλιο
: Η εποχή Τραμπ λειτουργεί ως σκληρό ξυπνητήρι για την Ευρώπη: το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πότε θα τελειώσει, αλλά αν η Ένωση θα αξιοποιήσει το σοκ για να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία, κοινή φωνή στην ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική και ανθεκτικούς θεσμούς απέναντι στον αυταρχικό πειρασμό, εντός και εκτός συνόρων της.






