Νορβηγία: Ομαδική αγωγή κατά Telenor για διαρροή δεδομένων στη χούντα Μιανμάρ

Σε πρωτοφανή ομαδική αγωγή στη Νορβηγία στοχοποιείται η Telenor για παράδοση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων στη στρατιωτική χούντα της Μιανμάρ. Η υπόθεση ανοίγει κρίσιμο μέτωπο για την ευθύνη των πολυεθνικών σε αυταρχικά καθεστώτα.

Στο επίκεντρο διεθνούς νομικής και πολιτικής θύελλας βρίσκεται η νορβηγική τηλεπικοινωνιακή εταιρεία Telenor, μετά την κατάθεση ομαδικής αγωγής στη Νορβηγία για τον ρόλο της στη Μιανμάρ. Σουηδική μη κερδοσκοπική οργάνωση κατηγορεί την εταιρεία ότι παρέδωσε δεδομένα περισσότερων από 1.200 συνδρομητών στη στρατιωτική χούντα που κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα το 2021, με αποτέλεσμα –σύμφωνα με την αγωγή– συλλήψεις, φυλακίσεις και ακόμη και εκτελέσεις αντιφρονούντων.

Οι κατηγορίες: από τα μεταδεδομένα στις εκτελέσεις

Η ομαδική αγωγή, που κατατέθηκε από τη σουηδική Justice and Accountability Initiative, υποστηρίζει ότι η Telenor Myanmar έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή και την ελευθερία πελατών της, επιτρέποντας στο στρατιωτικό καθεστώς πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Στο κατηγορητήριο συνδέεται ευθέως η διαρροή δεδομένων με την εκτέλεση, το 2022, του βουλευτή και γνωστού αντικαθεστωτικού Φιο Ζέγια Θο, καθώς και με τη σύλληψη και φυλάκιση του ακτιβιστή της κοινωνίας των πολιτών Άουνγκ Θου.

Η αγωγή ζητά αποζημίωση ύψους 9.000 ευρώ ανά πελάτη του οποίου τα δεδομένα φέρονται να παραδόθηκαν, ποσό που αν επιδικαστεί θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολυεκατομμυριούχο επιβάρυνση για την εταιρεία. Νομικοί που στηρίζουν την υπόθεση τονίζουν ότι, αν ευδοκιμήσει, θα πρόκειται για την πρώτη φορά που τηλεπικοινωνιακός πάροχος λογοδοτεί δικαστικά επειδή δεν προστάτευσε επαρκώς δεδομένα χρηστών από αυταρχικό καθεστώς, δημιουργώντας διεθνές προηγούμενο για τον κλάδο.

Η άμυνα της Telenor και το δίλημμα των πολυεθνικών σε ζώνες σύγκρουσης

Η Telenor, στην οποία το νορβηγικό δημόσιο κατέχει το 54%, αναγνωρίζει ότι δέχθηκε επίσημα αιτήματα από τις αρχές της Μιανμάρ, αλλά υποστηρίζει ότι βρισκόταν μπροστά σε ένα σκληρό νομικό και ηθικό δίλημμα. Σύμφωνα με ανακοίνωσή της, είχε «νομική υποχρέωση» να παράσχει δεδομένα κίνησης προς τις αρχές και η μη συμμόρφωση, όπως υποστηρίζει, θα μπορούσε να οδηγήσει σε «φυλάκιση, βασανιστήρια ή ακόμη και θανατική ποινή» για τους τοπικούς εργαζόμενους της θυγατρικής.

Η εταιρεία κάνει λόγο για λειτουργία «σε εμπόλεμη ζώνη», υποστηρίζοντας ότι «δεν μπορούσε να παίξει ρωσική ρουλέτα με τις ζωές των εργαζομένων της». Την ίδια στιγμή, μεταθέτει την κύρια ευθύνη για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χούντα της Μιανμάρ, υποστηρίζοντας ότι «καμία ιδιωτική οργάνωση δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τον τρόπο που το καθεστώς μεταχειρίζεται τους πολίτες του».

Η υπόθεση φωτίζει την περίοδο κατά την οποία η Telenor είχε αναπτυχθεί δυναμικά στη Μιανμάρ: κέρδισε διαγωνισμό το 2013, ξεκίνησε λειτουργία το 2014, σε φάση μερικής δημοκρατικής μετάβασης, και έφθασε πάνω από 18 εκατ. πελάτες έως το 2021. Μετά το πραξικόπημα του Ιανουαρίου 2021 και την κλιμάκωση της βίας, ανακοίνωσε το καλοκαίρι του ίδιου έτους την πρόθεσή της να αποχωρήσει, ολοκληρώνοντας την έξοδο τον Μάρτιο του 2022. Η αγωγή ωστόσο υποστηρίζει ότι η κρίσιμη διαρροή δεδομένων έγινε όσο η εταιρεία είχε ακόμη τον έλεγχο της θυγατρικής.

Διεθνείς προεκτάσεις για την εταιρική ευθύνη και την προστασία δεδομένων

Πέρα από τη νομική διάσταση στη Νορβηγία, η υπόθεση έχει σαφείς διεθνείς προεκτάσεις. Θίγει τον πυρήνα της συζήτησης για το κατά πόσο πολυεθνικές επιχειρήσεις μπορούν να επικαλούνται την τοπική νομοθεσία για να δικαιολογούν πρακτικές που, σε άλλα νομικά συστήματα, θα θεωρούνταν σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων. Παράλληλα, θέτει υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο οι πολιτικές προστασίας προσωπικών δεδομένων είναι ουσιαστικές όταν εταιρείες δραστηριοποιούνται σε χώρες με αυταρχικά καθεστώτα και ανύπαρκτο κράτος δικαίου.

Για τους ακτιβιστές της Μιανμάρ, η αγωγή αποτελεί μέσο διεθνούς λογοδοσίας, σε μια συγκυρία όπου στο εσωτερικό της χώρας δεν υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που συμμετέχουν στο μετοχικό κεφάλαιο τέτοιων εταιρειών, όπως η Νορβηγία στην Telenor, η υπόθεση αυξάνει την πολιτική πίεση να ευθυγραμμίσουν την εξωτερική οικονομική τους πολιτική με τις διακηρυγμένες αξίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σχόλιο SBCTV : Η υπόθεση Telenor λειτουργεί ως καμπανάκι για όλες τις ευρωπαϊκές εταιρείες που επεκτείνονται σε αυταρχικά καθεστώτα: η επίκληση της «συμμόρφωσης με την τοπική νομοθεσία» δεν επαρκεί πλέον ως ασπίδα ευθύνης. Αν η αγωγή ευδοκιμήσει, θα επιταχύνει μια νέα, πολύ αυστηρότερη αντίληψη για την εταιρική ευθύνη στην ψηφιακή εποχή, όπου τα μεταδεδομένα μπορούν να αποδειχθούν θανατηφόρα όσο και οι σφαίρες.

#Telenor #Μιανμάρ #Νορβηγία #ΑνθρώπιναΔικαιώματα #ΠροσωπικάΔεδομένα

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.