Ο Σι Τζινπίνγκ υποδέχθηκε την αρχηγό του Κουομιντάνγκ στο Πεκίνο, προωθώντας ρητορική «ειρηνικής ανάπτυξης» ενόψει συνάντησης με τον Ντόναλντ Τραμπ. Πίσω από το μήνυμα ειρήνης, ωστόσο, συνεχίζεται η στρατιωτική πίεση γύρω από την Ταϊβάν.
Η συνάντηση του Σι Τζινπίνγκ με την πρόεδρο του ταϊβανέζικου Κουομιντάνγκ, Τσενγκ Λι-γουέν, στο Πεκίνο σηματοδότησε μια σπάνια υψηλού επιπέδου επαφή ανάμεσα στην ηπειρωτική Κίνα και την αντιπολίτευση της Ταϊβάν. Με φόντο την επικείμενη σύνοδο κορυφής Σι – Τραμπ, το Πεκίνο επενδύει σε μια επιμελώς σκηνοθετημένη εικόνα «ειρηνικής ανάπτυξης» στο Στενό της Ταϊβάν, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τα εργαλεία στρατιωτικής πίεσης.
Ρητορική ειρήνης, σταθερή γραμμή για την Ταϊβάν
«Ο κόσμος σήμερα απέχει πολύ από το να είναι ειρηνικός, γεγονός που καθιστά την ειρήνη ακόμη πιο πολύτιμη», υπογράμμισε ο Σι στις εναρκτήριες δηλώσεις του, παρουσιάζοντας τη συνάντηση ως πρωτοβουλία για τη «διαφύλαξη της ειρήνης του κοινού μας σπιτιού» και την «ειρηνική ανάπτυξη» των διασχοινίων σχέσεων. Η Τσενγκ, επικεφαλής του Κουομιντάνγκ –κύριας αντιπολίτευσης και μεγαλύτερης δύναμης στη Βουλή της Ταϊβάν μετά τις εκλογές του 2024– υιοθέτησε αντίστοιχη γλώσσα, μιλώντας για θεσμικές λύσεις που θα αποτρέψουν τον πόλεμο και θα καταστήσουν το Στενό της Ταϊβάν «μοντέλο ειρήνης».
Παρά τη μετριοπαθή φρασεολογία, και οι δύο πλευρές επανέλαβαν την αντίθεσή τους στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Η προοπτική επανένωσης δεν αναφέρθηκε ρητά, ωστόσο παραμένει ο στρατηγικός στόχος του Πεκίνου, το οποίο θεωρεί την αυτοδιοικούμενη νήσο «αναπόσπαστο τμήμα» της κινεζικής επικράτειας. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι δηλώσεις του Σι δεν περιείχαν άμεσες απειλές ούτε χρονοδιάγραμμα, αλλά επιβεβαίωσαν την πάγια θέση ότι «κάποτε» η Ταϊβάν θα κυβερνάται από το Πεκίνο.
Εσωτερικό ταϊβανέζικο μέτωπο και μπλοκάρισμα αμυντικών δαπανών
Η επίσκεψη της Τσενγκ στην Κίνα –η πρώτη προέδρου του Κουομιντάνγκ εδώ και δέκα χρόνια– έρχεται σε συγκρουσιακή συγκυρία με την κυβέρνηση του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε του Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP), το οποίο το Πεκίνο αρνείται να αναγνωρίσει ως συνομιλητή. Η πλειοψηφία του Κουομιντάνγκ στη Βουλή έχει ήδη μπλοκάρει το πρόσθετο αμυντικό πακέτο ύψους 1,25 τρισ. νέων ταϊβανέζικων δολαρίων (περίπου 34,33 δισ. ευρώ), που θα χρηματοδοτούσε νέες αγορές οπλικών συστημάτων από τις ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος Λάι, σε ομιλία για την επέτειο του Taiwan Relations Act, προειδοποίησε για τις «ψευδαισθήσεις ειρήνης», τονίζοντας ότι ο συμβιβασμός με αυταρχικά καθεστώτα οδηγεί σε απώλεια κυριαρχίας και δημοκρατίας, όχι σε ελευθερία. Η αντιπαράθεση για τον αμυντικό προϋπολογισμό μετατρέπεται έτσι σε κεντρικό πεδίο μάχης ανάμεσα σε μια πιο φιλοαμερικανική, αποτρεπτική προσέγγιση και σε μια γραμμή «αποκλιμάκωσης μέσω προσέγγισης» με το Πεκίνο.
Μοχλός πίεσης προς τον Τραμπ και διπλό μήνυμα ισχύος
Ενόψει της συνάντησης με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Σι επιχειρεί να αξιοποιήσει την εικόνα μιας Ταϊβάν που –μέσω της αντιπολίτευσης– «ζητά ειρηνική λύση». Στόχος, σύμφωνα με αναλυτές, είναι να πιεστεί ο Λευκός Οίκος να μετριάσει τη ρητορική του για την Ταϊβάν ή ακόμη και να περιορίσει τις πωλήσεις όπλων προς τη νήσο. Η Ουάσιγκτον, βάσει του Taiwan Relations Act, παραμένει βασικός προμηθευτής οπλικών συστημάτων, γεγονός που το Πεκίνο καταγγέλλει συστηματικά.
Την ίδια ώρα, το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν κατέγραψε 15 κινεζικά αεροσκάφη και 24 πολεμικά πλοία γύρω από τη νήσο μετά την αναχώρηση της Τσενγκ, επιβεβαιώνοντας ότι η «ειρηνική» ρητορική δεν συνοδεύεται από ουσιαστική στρατιωτική αποκλιμάκωση. Η διπλή αυτή τακτική –επίδειξη διαλόγου προς τη διεθνή κοινότητα, παράλληλα με συνεχιζόμενη στρατιωτική πίεση– ενισχύει τα διαπραγματευτικά χαρτιά του Πεκίνου απέναντι στις ΗΠΑ, αλλά και επηρεάζει το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στην Ταϊβάν ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Σχόλιο
: Το Πεκίνο δεν αλλάζει στρατηγική· αλλάζει πακέτο. Τυλίγει τη σταθερή επιδίωξη ελέγχου της Ταϊβάν σε χαρτί «ειρήνης», επιχειρώντας ταυτόχρονα να διχάσει την ταϊβανέζικη πολιτική σκηνή και να εμφανιστεί στην Ουάσιγκτον ως η λογική δύναμη που επιδιώκει «ειρηνική λύση». Η πραγματική ισορροπία όμως θα κριθεί από τις αμερικανικές αποφάσεις για τα όπλα και από το κατά πόσο η Ταϊβάν θα διατηρήσει την αποτρεπτική της ικανότητα απέναντι σε μια Κίνα που μιλά για ειρήνη, αλλά συνεχίζει να δοκιμάζει τα όρια με στρατιωτικές κινήσεις γύρω από το νησί.






