Η Μόσχα δηλώνει ότι επιδιώκει τη διατήρηση «πολύ πραγματιστικών επαφών» με τη Βουδαπέστη μετά τη νίκη του Πέτερ Μάγιαρ. Ταυτόχρονα αποσυνδέει πλήρως το ουγγρικό εκλογικό αποτέλεσμα από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η Μόσχα στέλνει σήμα συνέχειας στις σχέσεις με την Ουγγαρία, παρά την πολιτική αλλαγή που σηματοδοτεί η εκλογική νίκη του κόμματος Tisza του Πέτερ Μάγιαρ. Ο εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου, Ντμίτρι Πεσκόφ, υπογράμμισε ότι το Κρεμλίνο αναμένει «πολύ πραγματιστικές επαφές» με τη Βουδαπέστη και μετά την ανατροπή των ισορροπιών στο εσωτερικό της χώρας.
Μήνυμα σταθερότητας από τη ρωσική πλευρά
Απαντώντας στο ερώτημα αν το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ουγγαρία θα επηρεάσει τις εξελίξεις στην Ουκρανία, ο Πεσκόφ τόνισε ότι δεν βλέπει «τίποτε που να έχει να κάνει με το μέλλον της ρωσοουκρανικής σύγκρουσης» και επέμεινε πως δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα δύο ζητήματα. Με αυτή τη γραμμή, η Μόσχα επιχειρεί να περιορίσει τις προσδοκίες ότι μια πολιτική αλλαγή στη Βουδαπέστη μπορεί να μεταβάλει την πορεία του πολέμου.
Η επιλογή του όρου «πραγματιστικές επαφές» δείχνει προσανατολισμό σε συνεργασία σε τομείς αμοιβαίου συμφέροντος – κυρίως ενέργεια και οικονομία – χωρίς να απαιτείται πολιτική ή ιδεολογική εγγύτητα. Η Ρωσία επιδιώκει να διασφαλίσει ότι ακόμη και αν η νέα κυβέρνηση διαφοροποιηθεί ρητορικά, τα λειτουργικά κανάλια επικοινωνίας και συναλλαγών με την Ουγγαρία θα παραμείνουν ανοικτά.
Ο Πέτερ Μάγιαρ σε απόσταση από τη γραμμή Όρμπαν
Προεκλογικά, ο Πέτερ Μάγιαρ είχε δηλώσει ότι θα ήταν διατεθειμένος να διαπραγματευτεί με τον Βλαντίμιρ Πούτιν «αν προκύψει η κατάσταση», διευκρινίζοντας όμως ότι «δεν θα είμαστε φίλοι». Η διατύπωση αυτή σηματοδοτεί σαφή διαφοροποίηση από την πολιτική του Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος διατήρησε στενές σχέσεις με τη Μόσχα κατά τη διάρκεια του πολέμου, σε αντίθεση με την πλειονότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η νέα ουγγρική ηγεσία φαίνεται να επιδιώκει ένα πιο ισορροπημένο στίγμα: ρεαλιστικό διάλογο με τη Ρωσία όταν αυτό εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα, αλλά χωρίς την προσωπική και πολιτική οικειότητα που χαρακτήριζε την εποχή Όρμπαν. Αυτό δημιουργεί για τη Μόσχα ένα πιο περίπλοκο, αλλά όχι κατ’ ανάγκη εχθρικό πλαίσιο, όπου η οικονομική λογική θα συνδυάζεται με μεγαλύτερη προσαρμογή στις ευρωπαϊκές ισορροπίες.
Σε κάθε περίπτωση, η δημόσια τοποθέτηση του Κρεμλίνου υπέρ της συνέχισης «πραγματιστικών» επαφών δείχνει διάθεση προσαρμογής στη νέα πολιτική πραγματικότητα της Ουγγαρίας και επιβεβαιώνει ότι η Ρωσία θέλει να διατηρήσει ένα από τα ελάχιστα ενδοευρωπαϊκά κανάλια απευθείας επικοινωνίας που διαθέτει σήμερα.
Σχόλιο
: Η Μόσχα επιχειρεί να μετατρέψει την αλλαγή σκυτάλης στη Βουδαπέστη από κίνδυνο σε ευκαιρία, επενδύοντας σε ένα μοντέλο «ψυχρού πραγματισμού» όπου η Ουγγαρία παραμένει χρήσιμος δίαυλος εντός της ΕΕ, έστω και χωρίς την πολιτική κάλυψη που της παρείχε ο Όρμπαν.






