Η εποχή όπου το Twitter και τα social media λειτουργούσαν ως ανοιχτή, παγκόσμια δημόσια σφαίρα δείχνει να έχει παρέλθει. Στη θέση της αναδύεται ένα κατακερματισμένο, αλγοριθμικό σύμπαν, όπου ο καθένας κλείνεται στη δική του ιδιωτική ροή περιεχομένου.
Ο Τom Whyman, φιλόσοφος και αρθρογράφος, περιγράφει την προσωπική του διαδρομή μέσα από το Twitter ως μια εμπειρία που διαμόρφωσε τη ζωή, τις σχέσεις και την καριέρα του. Από τα τέλη του 2010, το Twitter λειτούργησε για τον ίδιο –όπως και για εκατομμύρια χρήστες– ως μια πλατφόρμα παγκόσμιας συζήτησης, όπου «οποιοσδήποτε μπορούσε να ακουστεί». Συνδέθηκε με κινήματα όπως το Occupy, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις και η Αραβική Άνοιξη, αποκτώντας τον χαρακτήρα ενός άτυπου, παγκόσμιου δημόσιου φόρουμ.
Μέσα από αυτή την ψηφιακή σφαίρα, ο Whyman δημιούργησε φιλίες, επαγγελματικές ευκαιρίες και ακόμη και την οικογένειά του – γνώρισε στο Twitter τη μετέπειτα σύντροφό του και μητέρα των παιδιών του. Το δίκτυο λειτούργησε ως επιταχυντής κοινωνικής και επαγγελματικής κινητικότητας: προσκλήσεις για άρθρα γνώμης, τηλεοπτικές εμφανίσεις, συγγραφή βιβλίου. «Στο Twitter έγινα πρόσωπο», συνοψίζει.
Από τη συμμετοχή στην παθητική κατανάλωση
Σήμερα, ωστόσο, ο ίδιος χρησιμοποιεί το Twitter –που αρνείται να αποκαλέσει «X»– διστακτικά και χωρίς ενθουσιασμό, σαν «πρώην βαριάς κατανάλωσης καπνιστής» που έχει περιοριστεί σε λίγα τσιγάρα την ημέρα. Η μεταστροφή αυτή δεν είναι ατομική ιδιοτροπία αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση: σύμφωνα με στοιχεία της Ofcom για το Ηνωμένο Βασίλειο, μόνο το 49% των ενηλίκων αναρτά πλέον ενεργά στα social media, έναντι 61% ένα χρόνο πριν.
Οι λόγοι είναι πολλαπλοί. Η ανησυχία για την ιδιωτικότητα και την υπερβολική ισχύ των big tech ωθεί αρκετούς χρήστες ακόμη και σε επιστροφή στα «dumbphones». Η συνειδητοποίηση ότι κάθε ανάρτηση μπορεί να ανασυρθεί στο μέλλον για να εκθέσει ή να βλάψει τον χρήστη έχει καλλιεργήσει ένα κλίμα αυτολογοκρισίας και φόβου. Παράλληλα, περιστατικά όπως η δυνατότητα εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης να παράγουν σεξουαλικοποιημένες εικόνες οποιουδήποτε, ενισχύουν την ανησυχία για την έκθεση προσωπικών δεδομένων και οικογενειακών φωτογραφιών.
Ταυτόχρονα, η ίδια η φύση των μεγάλων πλατφορμών αλλάζει. TikTok και Instagram μοιάζουν πλέον περισσότερο με «ψυχαγωγικές πλατφόρμες δημόσιας πρόσβασης» παρά με χώρους αμφίδρομης κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Ο μέσος χρήστης μετατρέπεται από παραγωγό σε παθητικό καταναλωτή βίντεο, ενώ ο ρόλος του «influencer» επαγγελματοποιείται, απαιτώντας τεχνικές δεξιότητες παραγωγής και μοντάζ που λειτουργούν ως έμμεσο φράγμα εισόδου.
Αλγόριθμοι, πολιτική πόλωση και ιδιωτικοποίηση της δημόσιας σφαίρας
Η κυριαρχία λίγων, υπερ-ορατών λογαριασμών και η ομογενοποίηση του περιεχομένου υπό την πίεση των αλγορίθμων έχουν, κατά τον Whyman, διαβρώσει την παλιά, χαοτική αλλά δημιουργική «weird Twitter» κουλτούρα. Πέρα από την τεχνική μετάλλαξη, το πραγματικό σημείο καμπής εντοπίζεται στην πολιτική συγκυρία: την πρώτη εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, το Brexit και την κορύφωση της εποχής Κόρμπιν.
Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ανάρτηση άρχισε να βιώνεται ως πολιτική πράξη με βαρύτητα, σαν να ήταν όλοι υποψήφιοι για δημόσιο αξίωμα. Η διαρκής απειλή «ακύρωσης» και η τοξικότητα της αντιπαράθεσης μετέτρεψαν το κάποτε διασκεδαστικό «tweeting» σε επώδυνη κοινωνική υποχρέωση. Σήμερα, υποστηρίζει ο αρθρογράφος, η πίεση αυτή έχει υποχωρήσει όχι επειδή η δημόσια συζήτηση ωρίμασε, αλλά επειδή το Twitter έχει χάσει τη σημασία του ως πεδίο πραγματικού διακυβεύματος. Έχει καταντήσει ένας τόπος όπου παρακολουθείς τις «φρίκες» που παράγουν οι ισχυροί και «ρίχνεις μερικές σκέψεις στο κενό».
Παράλληλα, μεγάλο μέρος των πιο ενδιαφερουσών φωνών έχει αποσυρθεί σε ιδιωτικά newsletters και πλατφόρμες τύπου Substack. Το νέο ιδεώδες του διαδικτύου, όπως το περιγράφει ο Whyman, είναι ένας κόσμος όπου κάθε χρήστης ζει μέσα στη δική του ψηφιακή σπηλιά, σε μια σύγχρονη εκδοχή της «σπηλιάς του Πλάτωνα», με τις σκιές –δηλαδή τα αλγοριθμικά διαμορφωμένα feeds– να προσαρμόζονται σταδιακά στις υποσυνείδητες προτιμήσεις του. Δεν υπάρχει πλέον πραγματικά «κοινωνικό» μέσο, παρά μόνο άτομα και οι αλγόριθμοί τους.
Σχόλιο
: Η περιγραφή του Whyman φωτίζει μια κρίσιμη μετάβαση: από τα social media ως ανοιχτή δημόσια σφαίρα σε ένα κλειστό, ατομοκεντρικό οικοσύστημα, όπου η συμμετοχική δημοκρατία υποχωρεί μπροστά στην αλγοριθμική εξατομίκευση και την επαγγελματική «βιομηχανία επιρροής». Για τις δημοκρατίες και τα ΜΜΕ, το ερώτημα πλέον δεν είναι πώς θα «εκμεταλλευτούν» τα social, αλλά πώς θα ξαναχτίσουν χώρους γνήσιας, ισότιμης ψηφιακής δημόσιας συζήτησης.






