Το φετινό Πάσχα λειτούργησε ως πραγματικό stress test για το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα, με πλεόνασμα πράσινης παραγωγής και χαμηλή ζήτηση. Οι διαχειριστές απέφυγαν αστοχίες, αξιοποιώντας εξαγωγές, τηλεχειρισμούς, αντλησιοταμίευση και για πρώτη φορά σταθμούς συσσωρευτών.
Η περίοδος του Πάσχα 2026 ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο τις προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης στην Ελλάδα: υψηλή παραγωγή από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) σε συνθήκες ιδιαίτερα χαμηλής ζήτησης λόγω αργιών. Παρ’ όλα αυτά, το ηλεκτρικό σύστημα παρέμεινε σταθερό, με τους διαχειριστές να εφαρμόζουν ένα σύνθετο μίγμα εργαλείων για να απορροφήσουν περίσσεια παραγωγής της τάξης των 3-4 GW.
Συντονισμός κυβέρνησης και διαχειριστών – το επιχειρησιακό πλαίσιο
Σύμφωνα με κύκλους του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η προετοιμασία ξεκίνησε πριν τις αργίες. Τη Μεγάλη Τετάρτη ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος είχαν σύσκεψη με ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ και τη Ρυθμιστική Αρχή, με στόχο την αποτύπωση της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Ακολούθησαν καθημερινές τηλεδιασκέψεις καθ’ όλη τη διάρκεια του Πάσχα, ώστε να υπάρχει συνεχής εικόνα για τη ζήτηση, την παραγωγή και τις ανάγκες παρεμβάσεων.
Ο ΑΔΜΗΕ αντιμετώπισε την περίσσεια παραγωγής με τρεις βασικούς άξονες: εξαγωγές μέρους της ενέργειας σε γειτονικά συστήματα, τηλερύθμιση της παραγωγής σταθμών ΑΠΕ συνδεδεμένων στην υψηλή τάση από το Κέντρο Ελέγχου Ενέργειας, και αξιοποίηση των αντλητικών μονάδων υδροηλεκτρικών για αποθήκευση ενέργειας. Καθοριστική και συμβολική ήταν η για πρώτη φορά επιτυχής λειτουργία δύο σταθμών συσσωρευτών ηλεκτρικής ενέργειας (μπαταρίες), που δείχνει την κατεύθυνση της αγοράς τα επόμενα χρόνια.
Η στροφή του ΔΕΔΔΗΕ σε κεντρικό, ψηφιακό έλεγχο
Το μεγαλύτερο άλμα καταγράφεται στο επίπεδο του ΔΕΔΔΗΕ. Μέσα σε έναν χρόνο ο Διαχειριστής πέρασε από ένα καθεστώς διαχείρισης με μαζικές επικοινωνίες, χειροκίνητες ενέργειες παραγωγών και υψηλό λειτουργικό ρίσκο, σε ένα μοντέλο ώριμου, κεντρικού και τεχνολογικά υποστηριζόμενου επιχειρησιακού ελέγχου.
Το Πάσχα του 2025 ο ΔΕΔΔΗΕ είχε δυνατότητα τηλελέγχου μόλις 1.638 σταθμών ΑΠΕ, συνολικής ισχύος 2.286 MW. Για περισσότερους από 5.600 παραγωγούς και αυτοπαραγωγούς της Ομάδας Β, συνολικής ισχύος περίπου 3,5 GW, οι περικοπές βασίζονταν στη δική τους ανταπόκριση, μέσω διαδοχικών SMS, emails και συνεχών τηλεφωνικών παρεμβάσεων.
Αντίθετα, το Πάσχα του 2026, παρότι προστέθηκαν επιπλέον περίπου 550 MW ΑΠΕ και η συνολική εγκατεστημένη ισχύς ανήλθε στα 9.000 MW, ο ΔΕΔΔΗΕ μπορούσε να ελέγχει κεντρικά 6.200 σταθμούς συνολικής ισχύος 5,4 GW. Η δημιουργία δύο νέων Κέντρων Ελέγχου μέσα σε έναν χρόνο επέτρεψε τη μετάβαση σε καθεστώς εκτεταμένης τηλεεποπτείας, άμεσου τηλεχειρισμού και στοχευμένων, αναλογικών περικοπών σε πραγματικό χρόνο.
Αγορά, αρνητικές τιμές και λιγότερες περικοπές
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι η συμπεριφορά της ίδιας της αγοράς. Πολλοί παραγωγοί ΑΠΕ, που εκπροσωπούνται από Φορείς Σωρευτικής Εκπροσώπησης (ΦΟΣΕ), διέκοψαν αυτόβουλα την έγχυση ενέργειας για ορισμένες ώρες λόγω αρνητικών ή μηδενικών τιμών στην προημερήσια αγορά του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Δηλαδή, το οικονομικό σήμα της αγοράς λειτούργησε αποτρεπτικά στην υπερπαραγωγή, μειώνοντας την ανάγκη για επιβαλλόμενες περικοπές.
Παράλληλα, η ωρίμανση του θεσμικού πλαισίου και η ενίσχυση του ανταγωνισμού διαμορφώνουν ένα ευρύτερο περιβάλλον που περιορίζει την ανάγκη παρεμβάσεων από τους διαχειριστές. Ενδεικτικά, ενώ το 2025 η Ομάδα Β του ΔΕΔΔΗΕ ενεργοποιήθηκε 14 φορές, το 2026 οι ημέρες περικοπών στο Δίκτυο μειώθηκαν σε μόλις 7, παρά τη σημαντικά υψηλότερη διείσδυση ΑΠΕ.
Συνολικά, η επιτυχής διαχείριση του φετινού Πάσχα λειτουργεί ως απόδειξη ότι το ελληνικό σύστημα μπορεί να αντέξει υψηλά επίπεδα πράσινης παραγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι επενδύει σε ψηφιακές υποδομές, αποθήκευση και λειτουργούσα αγορά.
Σχόλιο
: Το επεισόδιο του Πάσχα δείχνει ότι το πρόβλημα της επόμενης ημέρας δεν είναι η έλλειψη ΑΠΕ, αλλά η ευφυής ενσωμάτωσή τους: αποθήκευση, ευέλικτα φορτία και πραγματικά ανταγωνιστική αγορά θα κρίνουν αν η πράσινη μετάβαση θα μεταφραστεί σε σταθερότητα συστήματος και χαμηλότερους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά.






