Η Γερμανία προχωρά σε βαθιές περικοπές και αυξήσεις συμμετοχών για να κλείσει δημοσιονομικό κενό άνω των 15 δισ. ευρώ στο σύστημα υγείας. Το πακέτο μέτρων μεταφέρει σημαντικό βάρος σε ασφαλισμένους και εργοδότες, αποφεύγοντας όμως μια γενναία κρατική χρηματοδότηση.
Μπροστά σε έναν δημοσιονομικό γκρεμό στο δημόσιο σύστημα υγείας, η Γερμανίδα υπουργός Υγείας Νίνα Βάρκεν παρουσίασε ένα εκτεταμένο πακέτο μεταρρυθμίσεων με στόχο να αποτραπούν νέες αυξήσεις στις εισφορές ασφάλισης υγείας. Χωρίς παρεμβάσεις, τα ταμεία δημόσιας ασφάλισης (GKV) θα αντιμετώπιζαν έλλειμμα άνω των 15 δισ. ευρώ έως το 2027, σε ένα ήδη από τα ακριβότερα συστήματα υγείας παγκοσμίως.
Αυξήσεις συμμετοχών και μεταφορά βάρους στα νοικοκυριά
Κεντρικός άξονας του σχεδίου είναι η ανάσχεση της εκρηκτικής ανόδου δαπανών, τη στιγμή που οι εισφορές στα δημόσια ταμεία αυξήθηκαν ήδη κατά περίπου 3% το 2026, μετά από άνοδο 2,5% το 2025. Η Βάρκεν υπογράμμισε ότι «δεν μπορούμε να ξοδεύουμε περισσότερα από όσα εισπράττουμε», δικαιολογώντας τις σκληρές παρεμβάσεις.
Μεταξύ των μέτρων συγκαταλέγεται η αύξηση της συμμετοχής στα φάρμακα: οι ασφαλισμένοι θα πληρώνουν από 7,50 έως 15 ευρώ ανά συνταγή, αντί για 5 έως 10 ευρώ σήμερα. Παράλληλα, θεσπίζεται υποχρεωτική δεύτερη ιατρική γνώμη για δαπανηρές επεμβάσεις, όπως σε ισχίο και γόνατο, από γιατρούς χωρίς οικονομικό όφελος από τη διαδικασία – κίνηση που στοχεύει στον περιορισμό περιττών χειρουργείων.
Ιδιαίτερη κοινωνική φόρτιση έχει η ρύθμιση που, από το 2028, καταργεί την πλήρως δωρεάν συνεπιβίβαση συζύγων χωρίς δικό τους εισόδημα. Θα επιβάλλεται ενιαίο ποσοστό 3,5% επί του εισοδήματος του/της εργαζόμενου/ης συζύγου, με ελαφρύνσεις για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και εξαιρέσεις για γονείς μικρών παιδιών, άτομα που φροντίζουν ΑμεΑ και συνταξιούχους.
Περικοπές σε ομοιοπαθητική, γιατρούς και φαρμακοβιομηχανία
Το πακέτο περιλαμβάνει και σαφές ιδεολογικό στίγμα: η ομοιοπαθητική παύει να καλύπτεται από τα δημόσια ταμεία, σηματοδοτώντας στροφή σε αυστηρά τεκμηριωμένες ιατρικές πρακτικές. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι υποχρεωτικές εκπτώσεις που οφείλει να παρέχει η φαρμακοβιομηχανία προς τα ταμεία, ενώ μπαίνουν ανώτατα όρια στις αμοιβές των διοικήσεων των ασφαλιστικών φορέων, καθώς και στις διοικητικές και διαφημιστικές τους δαπάνες.
Περικοπές προβλέπονται και για τους οικογενειακούς γιατρούς: καταργούνται εξωπροϋπολογιστικές πληρωμές για συγκεκριμένες υπηρεσίες, όπως οι ώρες χωρίς ραντεβού και οι παραπεμπόμενοι ασθενείς. Το μέτρο αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις στον ιατρικό κόσμο, αλλά η κυβέρνηση το θεωρεί αναγκαίο για τον περιορισμό της «διάχυσης» δαπανών.
Πολιτικές αντιδράσεις και η μεγάλη χαμένη ευκαιρία
Οι Πράσινοι χαρακτήρισαν το σχέδιο «πραγματική απογοήτευση», κατηγορώντας την υπουργό ότι μεταφέρει δυσανάλογα το βάρος σε εργαζόμενους και εργοδότες, αποφεύγοντας τη σύγκρουση με ισχυρά λόμπι στο σκέλος των δαπανών. Αντίθετα, ο επικεφαλής της ένωσης των δημόσιων ταμείων GKV εξέφρασε ρητή στήριξη, τονίζοντας ότι τα ταμεία δαπανούν ήδη πάνω από 1 δισ. ευρώ ημερησίως για 75 εκατ. ασφαλισμένους και ότι «αυτά τα χρήματα πρέπει να επαρκούν».
Κρίσιμο είναι και ό,τι δεν περιλαμβάνεται στο πακέτο: η πρόταση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων ώστε οι εισφορές υγείας των δικαιούχων κοινωνικών επιδομάτων να καλύπτονται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η ρύθμιση αυτή θα μπορούσε να εξοικονομήσει 12,5 δισ. ευρώ μόνο το 2027, αλλά μπλοκαρίστηκε υπό την πίεση του υπουργού Οικονομικών, ο οποίος απείλησε με βέτο.
Το σχέδιο θα μετατραπεί άμεσα σε νομοσχέδιο, με στόχο να εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο στα τέλη Απριλίου και να ψηφιστεί από Bundestag και Bundesrat πριν τη θερινή διακοπή. Η έκβαση της συζήτησης θα αποτελέσει βαρόμετρο για το πώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχειρούν να εξισορροπήσουν δημοσιονομική πειθαρχία, κοινωνική συνοχή και βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας.
Σχόλιο
: Η γερμανική μεταρρύθμιση δείχνει την κατεύθυνση της επόμενης ημέρας στην ευρωπαϊκή υγεία: λιγότερο κράτος, περισσότερη συμμετοχή πολιτών και σκληρότερη πίεση σε γιατρούς, φαρμακοβιομηχανία και διοικήσεις, με κίνδυνο όμως να οξυνθούν κοινωνικές ανισότητες αν δεν συνοδευτεί από στοχευμένη προστασία των πιο ευάλωτων.






