Μήνυμα με ιστορικές αναφορές και σαφείς πολιτικές αιχμές απηύθυνε ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τα 59 χρόνια από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Ο πρωθυπουργός προειδοποίησε για τον «φτηνό λαϊκισμό του ψέματος» ως σύγχρονη απειλή για τη Δημοκρατία.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 59 ετών από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε ένα μήνυμα με έντονο ιστορικό και ταυτόχρονα πολιτικό φορτίο. Υπενθύμισε ότι «επίορκοι αξιωματικοί κατέλυσαν τη Δημοκρατία, εγκαθιστώντας μια επταετή τυραννία που άφησε βαθιές πληγές στον τόπο», υπογραμμίζοντας πως η σημερινή Ελλάδα τιμά όσους αντιστάθηκαν στη χούντα και αξιοποιεί «την πιο μακρά περίοδο ομαλότητας και προόδου» της μεταπολιτευτικής της πορείας.
Η Δημοκρατία ως διαρκές διακύβευμα
Κεντρικός άξονας του μηνύματος είναι ότι τα κεκτημένα της Δημοκρατίας και του Κοινοβουλευτισμού δεν είναι δεδομένα. Ο πρωθυπουργός επισημαίνει ότι, παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον και τα «εσωτερικά προβλήματα που έρχονται από το παρελθόν», η χώρα «βαδίζει μπροστά», αλλά οφείλει να παραμένει σε εγρήγορση. Ως «σύγχρονες απειλές» κατονομάζει «τον φτηνό λαϊκισμό του ψέματος» και «τη δημαγωγία των εύκολων συνθημάτων», επιχειρώντας να συνδέσει την ιστορική μνήμη της δικτατορίας με τις σημερινές πολιτικές προκλήσεις, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Αφήγημα σταθερότητας και στόχος η «Ελλάδα του 2030»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντιπαραβάλλει στη «σκοτεινή επέτειο» έναν «αισιόδοξο ορίζοντα μιας καλύτερης ζωής για όλους», εστιάζοντας σε έννοιες όπως ενότητα, σταθερότητα, Δικαιοσύνη, ανάπτυξη, ευρωπαϊκός προσανατολισμός, εκσυγχρονισμός και κοινωνική συνοχή. Η αναφορά στην «περήφανη Ελλάδα του 2030» λειτουργεί ως πολιτικό πλαίσιο για τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό της κυβέρνησης, συνδέοντας την ιστορική μνήμη με ένα αφήγημα συνέχειας, μεταρρυθμίσεων και θεσμικής σταθερότητας. Παράλληλα, αναγνωρίζει την ανάγκη «να ξεπερνούμε λάθη και αστοχίες», επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην αυτοκριτική και την προβολή ενός θετικού οράματος.
Σχόλιο
: Το μήνυμα Μητσοτάκη αξιοποιεί την επέτειο της 21ης Απριλίου για να επαναβεβαιώσει το προφίλ θεσμικής κανονικότητας και ευρωπαϊκού προσανατολισμού της κυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα στοχοποιεί τον λαϊκισμό ως κύριο αντίπαλο. Η ιστορική μνήμη της δικτατορίας λειτουργεί εδώ όχι μόνο ως υπενθύμιση, αλλά και ως πολιτικό εργαλείο πλαισίωσης της τρέχουσας αντιπαράθεσης, σε μια συγκυρία που η σταθερότητα και η αξιοπιστία αποτελούν κεντρικά διακυβεύματα για την οικονομία και τους θεσμούς.






