Εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ κυβέρνησης και ανώτατης ηγεσίας στο Ιράν πάγωσαν τον δεύτερο γύρο συνομιλιών με τις ΗΠΑ. Η Τεχεράνη θέτει ως όρο την άρση του αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια, περιπλέκοντας περαιτέρω το γεωπολιτικό σκηνικό στη Μέση Ανατολή.
Η προγραμματισμένη δεύτερη φάση των έμμεσων συνομιλιών Ιράν – Ηνωμένων Πολιτειών στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν φαίνεται να έχει παγώσει, καθώς έντονες εσωτερικές διαφωνίες στο ιρανικό καθεστώς εμπόδισαν την Τεχεράνη να δώσει το «παρών». Πηγές αναφέρουν ότι η ιρανική πλευρά ξεκαθάρισε πως δεν θα συμμετάσχει σε νέο γύρο επαφών, εάν προηγουμένως δεν υπάρξει αλλαγή στάσης της Ουάσινγκτον ως προς τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών.
Σύγκρουση γραμμών μεταξύ κυβέρνησης και ανώτατης ηγεσίας
Η βασική εστία έντασης καταγράφεται ανάμεσα στο ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών και το γραφείο του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Σύμφωνα με πληροφορίες, το γραφείο του Χαμενεΐ επέπληξε το Υπουργείο Εξωτερικών επειδή συμμετείχε στον πρώτο γύρο συνομιλιών στις αρχές Απριλίου, παρά προηγούμενη εντολή για διατήρηση σκληρής γραμμής απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί φέρεται να προειδοποίησε ότι αυτή η στάση της ανώτατης ηγεσίας ισοδυναμεί με «θανατική καταδίκη» της διαπραγματευτικής διαδικασίας, υπογραμμίζοντας το βάθος της θεσμικής σύγκρουσης στο ιρανικό σύστημα εξουσίας. Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει τη διαχρονική δυαρχία στο Ιράν, όπου οι εκλεγμένες κυβερνήσεις καλούνται να κινηθούν εντός αυστηρών πλαισίων που θέτει το θρησκευτικό – πολιτικό κατεστημένο.
Ο όρος της Τεχεράνης: Άρση του αποκλεισμού στα λιμάνια
Η Τεχεράνη συνδέει πλέον ρητά τη συμμετοχή της σε νέο γύρο συνομιλιών με την χαλάρωση του αμερικανικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια. Οι αμερικανικές κυρώσεις σε ναυτιλιακές, ασφαλιστικές και ενεργειακές δραστηριότητες περιορίζουν τις δυνατότητες του Ιράν να αξιοποιήσει τις εξαγωγικές του υποδομές και να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα.
Για την ιρανική οικονομία, η πρόσβαση στα θαλάσσια δίκτυα μεταφοράς πετρελαίου και εμπορευμάτων είναι κρίσιμη τόσο για τη σταθεροποίηση του συναλλάγματος όσο και για τον εφοδιασμό της εγχώριας αγοράς. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί τον περιορισμό της ιρανικής θαλάσσιας δραστηριότητας ως βασικό μοχλό πίεσης, συνδέοντας οποιαδήποτε χαλάρωση με ουσιαστικές παραχωρήσεις της Τεχεράνης σε ζητήματα πυρηνικού προγράμματος και περιφερειακής πολιτικής.
Περιφερειακές συνέπειες στη Μέση Ανατολή
Η διακοπή της διαπραγματευτικής διαδικασίας ενισχύει την αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή, όπου Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες διασταυρώνονται σε πολλαπλά μέτωπα, από τον Περσικό Κόλπο μέχρι τις συγκρούσεις δι’ αντιπροσώπων σε τρίτες χώρες. Η απουσία δομημένου διαύλου επικοινωνίας αυξάνει τον κίνδυνο κλιμάκωσης λόγω παρεξηγήσεων ή ασύμμετρων αντιδράσεων επί του πεδίου.
Παράλληλα, η εσωτερική πόλωση στο Ιράν μεταξύ σκληροπυρηνικών κέντρων ισχύος και πιο πραγματιστικών κυβερνητικών στελεχών δυσχεραίνει την ανάληψη πρωτοβουλιών αποκλιμάκωσης. Όσο η θεσμική αυτή σύγκρουση παραμένει άλυτη, τόσο περιορίζεται ο βαθμός προβλεψιμότητας της ιρανικής εξωτερικής πολιτικής για τους διεθνείς παίκτες.
Επιπτώσεις σε ενέργεια, ναυτιλία και επενδυτικό κλίμα
Η στασιμότητα στις συνομιλίες σημαίνει ότι δεν διαφαίνεται άμεση επιστροφή σημαντικών ποσοτήτων ιρανικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές. Αυτό διατηρεί ένα τμήμα της δυνητικής προσφοράς εκτός ισοζυγίου, συντηρώντας ανοδικές προσδοκίες στις τιμές της ενέργειας, ιδίως σε περιόδους αυξημένης ζήτησης ή άλλων γεωπολιτικών εντάσεων.
Στον τομέα της ναυτιλίας, ο Περσικός Κόλπος παραμένει ζώνη αυξημένου ρίσκου. Οι ναυλωτές και οι πλοιοκτήτες αντιμετωπίζουν υψηλότερα ασφάλιστρα, πιο αυστηρούς κανονιστικούς ελέγχους και συχνά ανάγκη για αναπροσαρμογή δρομολογίων, γεγονός που μπορεί να αυξήσει το λειτουργικό κόστος και να περιορίσει την ευελιξία στόλων μεταφοράς ενέργειας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία και τις ελληνικές επιχειρήσεις, η παράταση της έντασης ΗΠΑ – Ιράν έχει τριπλή σημασία. Πρώτον, στο ενεργειακό κόστος: η διατήρηση της ιρανικής προσφοράς εκτός αγοράς περιορίζει τα περιθώρια ουσιαστικής αποκλιμάκωσης των διεθνών τιμών πετρελαίου και μπορεί να μεταφραστεί σε διαρκή πίεση στο κόστος καυσίμων για βιομηχανία, μεταφορές και νοικοκυριά. Δεύτερον, στη ναυτιλία: ο ελληνόκτητος στόλος τάνκερ δραστηριοποιείται έντονα σε ροές πετρελαίου από τον Κόλπο, άρα κάθε αύξηση γεωπολιτικού ρίσκου επηρεάζει άμεσα ασφάλιστρα, ναύλα και στρατηγικό σχεδιασμό δρομολογίων. Τρίτον, στο επενδυτικό κλίμα: μία ακόμη εστία αστάθειας στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως παράγοντας αυξημένης μεταβλητότητας για τις ευρωπαϊκές αγορές, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού χρηματιστηρίου, γεγονός που οι εγχώριες επιχειρήσεις οφείλουν να ενσωματώσουν στα σενάρια διαχείρισης κινδύνου και στον μεσοπρόθεσμο προγραμματισμό κεφαλαιακών δαπανών.






