Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τιμ Σκοτ χαρακτηρίζει «σημαντικό λάθος» την απόφαση του Τζερόμ Πάουελ να παραμείνει στο Δ.Σ. της Fed μετά τη λήξη της θητείας του ως προέδρου. Η κίνηση μπλοκάρει την απόκτηση πλειοψηφίας στο Συμβούλιο από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και ανοίγει νέο μέτωπο πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής από τη Νότια Καρολίνα, Τιμ Σκοτ, άσκησε σκληρή κριτική στην απόφαση του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) Τζερόμ Πάουελ να παραμείνει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μετά τη λήξη της θητείας του ως προέδρου στις 15 Μαΐου. Μιλώντας στο Milken Institute Global Conference, χαρακτήρισε την επιλογή του Πάουελ «σημαντικό λάθος».
Η ρήξη με 75ετή παράδοση στη Fed
Ο Σκοτ τόνισε ότι ο Πάουελ «σπάει 75 χρόνια προηγούμενου», επισημαίνοντας πως «κάθε φορά που αναλαμβάνει νέος πρόεδρος, ο πρώην πρόεδρος αποχωρεί» από το Δ.Σ. της Fed. Κατά τον ίδιο, αυτή η πρακτική αποτρέπει τη συνύπαρξη διαφορετικών «φιλοσοφιών σε σύγκρουση» εντός της ηγεσίας της κεντρικής τράπεζας.
Ο γερουσιαστής υπογράμμισε ότι «για τη χώρα και για τη Fed θα ήταν καλύτερο αν έφευγε» ο Πάουελ από το Δ.Σ., ώστε να υπάρχει καθαρή θεσμική συνέχεια με τη νέα ηγεσία. Η τοποθέτησή του αντανακλά την αυξανόμενη πολιτική πίεση γύρω από τον τρόπο λειτουργίας και τη σύνθεση της Fed σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας για τη νομισματική πολιτική.
Γιατί επιμένει ο Πάουελ να παραμείνει στο Διοικητικό Συμβούλιο
Στις 29 Απριλίου, ο Πάουελ επιβεβαίωσε ότι θα παραμείνει επ’ αόριστον ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μετά τη λήξη της θητείας του ως προέδρου στις 15 Μαΐου. Ως βασικό λόγο επικαλέστηκε σε εξέλιξη εσωτερική έρευνα εντός της Fed, για την οποία θεωρεί ότι πρέπει να παραμείνει στη θέση του έως την ολοκλήρωσή της.
Η παραμονή του ως κυβερνήτη, και όχι ως προέδρου, είναι τυπικά συμβατή με το θεσμικό πλαίσιο της Fed, αλλά σπανίζει στην πρακτική. Η επιλογή του ενισχύει την εικόνα μιας Fed που επιδιώκει θεσμική συνέχεια και εσωτερική συνοχή, την ίδια στιγμή που εντείνεται η πολιτική κριτική για τη διαχείριση των επιτοκίων και του πληθωρισμού.
Πολιτική διάσταση: μπλοκάρισμα πλειοψηφίας για τον Τραμπ
Η απόφαση του Πάουελ έχει άμεση πολιτική συνέπεια: εμποδίζει τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να αποκτήσει πλειοψηφία στο Διοικητικό Συμβούλιο της Fed μέσω νέων διορισμών. Η σύνθεση του Συμβουλίου αποτελεί κρίσιμο πεδίο ισορροπίας ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.
Για τον Λευκό Οίκο, η δυνατότητα διαμόρφωσης πλειοψηφίας στο Δ.Σ. θα σήμαινε μεγαλύτερη επιρροή στη μελλοντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, σε ζητήματα όπως ο ρυθμός μείωσης των επιτοκίων και η διαχείριση του ισολογισμού της Fed. Η παραμονή Πάουελ περιορίζει αυτή την επιρροή, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Τι σημαίνει η σύγκρουση για αγορές και νομισματική πολιτική
Η δημόσια αντιπαράθεση Σκοτ – Πάουελ προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας γύρω από τη Fed, σε μια περίοδο που οι αγορές αναζητούν σαφή σήματα για την πορεία των επιτοκίων. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο πρόσωπα, αλλά και την ισορροπία μεταξύ θεσμικής συνέχειας και πολιτικής λογοδοσίας.
Για τους επενδυτές, το κεντρικό ερώτημα είναι αν η πολιτικοποίηση της συζήτησης γύρω από τη Fed μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις για τον πληθωρισμό, την απασχόληση και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οποιαδήποτε ένδειξη ότι η νομισματική πολιτική καθοδηγείται από βραχυπρόθεσμες πολιτικές προτεραιότητες και όχι από μακροοικονομικά δεδομένα αυξάνει το ασφάλιστρο κινδύνου στις αγορές.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία και τις επιχειρήσεις, η συζήτηση γύρω από την παραμονή Πάουελ αφορά άμεσα τη σταθερότητα του διεθνούς κόστους χρήματος. Μια Fed που λειτουργεί υπό έντονη πολιτική πίεση μπορεί να οδηγήσει σε πιο νευρικές κινήσεις στις αγορές ομολόγων και συναλλάγματος, επηρεάζοντας το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, των τραπεζών και των μεγάλων ομίλων. Οι ελληνικές επιχειρήσεις με υψηλή έκθεση σε δολαριακό δανεισμό ή σε εξαγωγές προς τις ΗΠΑ θα πρέπει να ενσωματώσουν στα σενάρια διαχείρισης κινδύνου την πιθανότητα αυξημένης μεταβλητότητας στα αμερικανικά επιτόκια και στην ισοτιμία ευρώ/δολαρίου τους επόμενους μήνες.






