Η Oracle προχώρησε σε μαζικές απολύσεις 20.000–30.000 εργαζομένων, προσφέροντας αυστηρά τυποποιημένες αποζημιώσεις και αρνούμενη συλλογική διαπραγμάτευση. Η υπόθεση αναδεικνύει τα όρια προστασίας των εργαζομένων τεχνολογίας στις ΗΠΑ, ειδικά σε καθεστώς τηλεργασίας.
Η Oracle προχώρησε στις 31 Μαρτίου σε ένα από τα μεγαλύτερα κύματα απολύσεων στην ιστορία της, με εκτιμήσεις για 20.000 έως 30.000 εργαζόμενους που ενημερώθηκαν αιφνιδιαστικά μέσω email ότι η σχέση εργασίας τους τερματίζεται άμεσα. Πίσω από τους αριθμούς, όμως, ξεδιπλώνεται ένα πιο σύνθετο εργασιακό ζήτημα: οι όροι αποζημίωσης, η μεταχείριση των μετοχικών πακέτων και η αξιοποίηση νομικών «γκρίζων ζωνών» γύρω από την τηλεργασία.
Το πακέτο αποζημίωσης και η απώλεια μετοχικών παροχών
Σύμφωνα με πρώην εργαζομένους, η Oracle προσέφερε τυπικούς όρους για τα αμερικανικά εταιρικά δεδομένα: τέσσερις εβδομάδες μισθού για τον πρώτο χρόνο εργασίας και μία επιπλέον εβδομάδα για κάθε επιπλέον έτος, με ανώτατο όριο τις 26 εβδομάδες, καθώς και κάλυψη ασφάλισης υγείας (COBRA) για έναν μήνα. Προϋπόθεση ήταν η υπογραφή παραίτησης από κάθε δικαίωμα δικαστικής προσφυγής.
Το πραγματικό πλήγμα για πολλούς υψηλόμισθους στελέχη προήλθε από τα μη δεδουλευμένα RSUs (restricted stock units). Η Oracle δεν προχώρησε σε καμία επίσπευση κατοχύρωσης μετοχών: ό,τι δεν είχε κατοχυρωθεί μέχρι την ημερομηνία απόλυσης χάθηκε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εργαζόμενοι με μακρά προϋπηρεσία έχασαν μετοχικά πακέτα αξίας εκατομμυρίων δολαρίων, ακόμη και όταν αυτά είχαν δοθεί ως κίνητρο παραμονής ή αντί αύξησης μισθού.
Το νομικό «παράθυρο» της τηλεργασίας και η αποτυχημένη διαπραγμάτευση
Κρίσιμο ρόλο έπαιξε ο τρόπος ταξινόμησης των εργαζομένων ως «remote». Στις ΗΠΑ, ο ομοσπονδιακός νόμος WARN απαιτεί προειδοποίηση δύο μηνών σε μαζικές απολύσεις, όταν επηρεάζονται τουλάχιστον 50 άτομα σε μία τοποθεσία. Με την κατηγοριοποίηση πολλών εργαζομένων ως τηλεργαζόμενων, η Oracle μπορούσε να υποστηρίξει ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια «ενιαίας τοποθεσίας», αποφεύγοντας έτσι πρόσθετες υποχρεώσεις προειδοποίησης. Ορισμένοι εργαζόμενοι δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν καν πως ήταν επίσημα καταχωρημένοι ως remote, παρότι δούλευαν σε υβριδικό καθεστώς κοντά σε γραφεία της εταιρείας.
Ακόμη και όπου εφαρμόστηκε ο WARN, η σχετική αμοιβή ενσωματώθηκε στο ήδη προσφερόμενο πακέτο αποζημίωσης, χωρίς επιπλέον όφελος για τους εργαζόμενους. Περίπου 90 άτομα επιχείρησαν συλλογική διαπραγμάτευση, ζητώντας όρους αντίστοιχους με άλλες μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες που προχωρούν σε περικοπές λόγω επανατοποθέτησης πόρων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η σύγκριση δεν ήταν κολακευτική για την Oracle: η Meta φέρεται να προσέφερε τουλάχιστον 16 εβδομάδες μισθού συν δύο εβδομάδες ανά έτος υπηρεσίας και έως 18 μήνες κάλυψης υγείας. Η Microsoft, σε προγράμματα εθελουσίας, παρείχε επιτάχυνση κατοχύρωσης μετοχών και επιπλέον εβδομάδες μισθού, ενώ η Cloudflare συνδύασε εφάπαξ αποζημίωση μέχρι το τέλος του 2026 με επιτάχυνση vesting έως τα μέσα Αυγούστου.
Η Oracle, σύμφωνα με μαρτυρίες και σχετική αλληλογραφία, αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, υιοθετώντας στάση «ή το δέχεστε ή το απορρίπτετε». Ερωτηθείσα για τους όρους αποζημίωσης, την ταξινόμηση εργαζομένων ως remote και την προσπάθεια συλλογικής διαπραγμάτευσης, η εταιρεία δεν σχολίασε.
Σχόλιο
: Η υπόθεση φωτίζει το νέο εργασιακό τοπίο στην τεχνολογία: υψηλές αμοιβές μέσω μετοχών σε ανοδικές φάσεις, ελάχιστες θεσμικές εγγυήσεις όταν η αγορά γυρίζει. Η τηλεργασία λειτουργεί όχι μόνο ως εργαλείο ευελιξίας, αλλά και ως μοχλός νομικής αποσύνδεσης από τοπικές προστασίες, κάτι που πρέπει να απασχολήσει σοβαρά και τους ευρωπαϊκούς ρυθμιστές.






