Η ΕΕ κλείνει πολιτική συμφωνία για την ασφάλεια εφοδιασμού σε βασικά φάρμακα, δίνοντας προτεραιότητα στην ευρωπαϊκή παραγωγή. Στόχος είναι η μείωση της εξάρτησης από τρίτες χώρες και η αποφυγή νέων ελλείψεων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε ένα κρίσιμο βήμα προς την ενίσχυση της φαρμακευτικής της αυτονομίας, καθώς διαπραγματευτές των θεσμών κατέληξαν σε συμφωνία για νέο πλαίσιο που στοχεύει στην αντιμετώπιση των επαναλαμβανόμενων ελλείψεων σε βασικά φάρμακα. Το πακέτο μέτρων έρχεται ως απάντηση στις σοβαρές διαταράξεις της τελευταίας πενταετίας, όταν φαρμακεία και νοσοκομεία σε όλη την Ευρώπη βρέθηκαν χωρίς επαρκείς ποσότητες παυσίπονων, αντιβιοτικών και αντιπυρετικών για παιδιά.
Προτεραιότητα στην ευρωπαϊκή παραγωγή και δημόσια χρηματοδότηση
Κεντρική καινοτομία της συμφωνίας είναι ότι, σε διαδικασίες δημόσιων προμηθειών, θα μπορεί να δίνεται σαφής προτεραιότητα σε φάρμακα που παράγονται εντός Ευρώπης, όταν πρόκειται για σκευάσματα κρίσιμης σημασίας. Παράλληλα, ανοίγει ο δρόμος για ευκολότερη χρήση δημόσιων πόρων με σκοπό την ενίσχυση της παραγωγής τέτοιων φαρμάκων και των δραστικών τους ουσιών.
Ο Κύπριος υπουργός Υγείας Νεόφυτος Χαραλαμπίδης, εκπροσωπώντας την προεδρεύουσα του Συμβουλίου χώρα, υπογράμμισε ότι με τη συμφωνία αυτή η ΕΕ «μειώνει τις ευαλωτότητές της, διαφοροποιεί τις αλυσίδες εφοδιασμού και ενισχύει την ικανότητά της να παράγει κρίσιμα φάρμακα και τα συστατικά τους πιο κοντά στο σπίτι». Όπως σημείωσε, οι πολίτες δεν πρέπει πλέον να ανησυχούν αν θα βρουν τα απαραίτητα φάρμακα στο φαρμακείο ή στο νοσοκομείο.
Το πλαίσιο προβλέπει επίσης ταχύτερες εγκρίσεις και ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση για «στρατηγικά έργα» στον τομέα των φαρμάκων, με στόχο την επιτάχυνση επενδύσεων σε παραγωγικές μονάδες και κρίσιμες υποδομές.
Κοινές προμήθειες και απάντηση στην ασιατική εξάρτηση
Ένα ακόμη σημαντικό εργαλείο που εισάγεται είναι η δυνατότητα κοινών διακρατικών αγορών φαρμάκων, κυρίως για σκευάσματα που αφορούν σπάνιες παθήσεις, όπου η αγορά χαρακτηρίζεται από ελλείψεις και χαμηλά κίνητρα για τους παραγωγούς. Μέσω συντονισμένων προμηθειών, οι χώρες της ΕΕ θα μπορούν να αυξάνουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ και να εξασφαλίζουν πιο σταθερές ποσότητες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εντοπίσει ως βασικές αιτίες των ελλείψεων τα «στενά σημεία» στην προμήθεια δραστικών ουσιών, αλλά και τη συγκέντρωση της παραγωγής σε ελάχιστες χώρες. Σύμφωνα με τους Ευρωπαίους υπουργούς Υγείας, έως και το 80%–90% των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη παράγονται στην Ασία, κυρίως στην Κίνα. Αυτό το επίπεδο εξάρτησης κρίθηκε στρατηγικά επικίνδυνο, ιδίως μετά την εμπειρία της πανδημίας στις αρχές της δεκαετίας του 2020.
Την ίδια ώρα, περίπου 900.000 εργαζόμενοι απασχολούνται ήδη στη φαρμακοβιομηχανία εντός της ΕΕ, γεγονός που αναδεικνύει το ανεκμετάλλευτο παραγωγικό δυναμικό της Ευρώπης, το οποίο η νέα ρύθμιση επιχειρεί να κινητοποιήσει.
Θεσμικές επόμενες κινήσεις και προκλήσεις εφαρμογής
Η πολιτική συμφωνία των διαπραγματευτών δεν σημαίνει άμεση ισχύ· απαιτείται ακόμη η τυπική έγκριση από τα κράτη-μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ωστόσο, καταδεικνύει ευρεία συναίνεση ότι η υγειονομική ασφάλεια και η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων φαρμάκων αποτελούν πλέον ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας, πέρα από το στενό πλαίσιο της δημόσιας υγείας.
Η εφαρμογή των νέων κανόνων θα δοκιμάσει τις ισορροπίες ανάμεσα στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και τη διατήρηση ανταγωνιστικών τιμών για τα συστήματα υγείας. Θα απαιτήσει επίσης στενό συντονισμό μεταξύ κρατών-μελών, ρυθμιστικών αρχών και φαρμακευτικής βιομηχανίας, ώστε οι δημόσιες ενισχύσεις να κατευθυνθούν σε πραγματικά κρίσιμες ανάγκες και όχι σε αποσπασματικά έργα.
Σχόλιο
: Η συμφωνία σηματοδοτεί στροφή της ΕΕ από το δόγμα της φθηνότερης παγκόσμιας προμήθειας προς μια πιο «βιομηχανική» προσέγγιση στην υγεία, όπου η ασφάλεια εφοδιασμού αποτιμάται ως στρατηγικό αγαθό. Το αν θα πετύχει, θα κριθεί από την ικανότητα των κυβερνήσεων να χρηματοδοτήσουν στοχευμένα παραγωγικές επενδύσεις στην Ευρώπη, χωρίς να εκτινάξουν το κόστος για τα δημόσια συστήματα υγείας.






