Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας συνδέει την αποτροπή της Ρωσίας με την ταχύτητα εξοπλιστικής ανασύνταξης της ΕΕ. Στο επίκεντρο το δάνειο των 90 δισ. € προς την Ουκρανία και η αναβάθμιση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Η προειδοποίηση της Κάγια Κάλας ότι το αν ο Βλαντίμιρ Πούτιν «τολμήσει να δοκιμάσει τις άμυνες της Ευρώπης εξαρτάται από εμάς» δεν είναι μια ακόμη ρητορική κορύφωση στις Βρυξέλλες. Αποτυπώνει τη στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη λογική της «ειρήνης μέσω εμπορίου» σε ένα δόγμα σκληρής αποτροπής, με αιχμή την αμυντική βιομηχανία και την οικονομική ισχύ.
Το δάνειο των 90 δισ. € και η νέα αρχιτεκτονική στήριξης της Ουκρανίας
Στη συνεδρίαση των υπουργών Άμυνας της ΕΕ, η Κάλας έθεσε στο τραπέζι το πώς θα αξιοποιηθεί το δάνειο των 90 δισ. € προς την Ουκρανία. Δεν πρόκειται απλώς για οικονομική βοήθεια, αλλά για εργαλείο στρατηγικής: η χρηματοδότηση στοχεύει στη διατήρηση της ουκρανικής πολεμικής ικανότητας, αλλά και στη σταθεροποίηση ενός κράτους που παραμένει διεκδικούμενο γεωπολιτικό σύνορο μεταξύ Δύσης και Ρωσίας.
Η φράση της Κάλας «η χρηματοδότηση υπάρχει, τώρα είναι ώρα να μετατρέψουμε την επένδυση σε δυνατότητες — γρηγορότερα και φθηνότερα» δείχνει την πίεση χρόνου. Όσο η Μόσχα δοκιμάζει τα όρια της δυτικής αντοχής, η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει δημοσιονομικούς πόρους σε πραγματική ισχύ πυρός, χωρίς τις καθυστερήσεις και τις υπερκοστολογήσεις που παραδοσιακά ταλαιπωρούν τα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα.
Ευρωπαϊκή Αμυντική Υπηρεσία: από γραφειοκρατία σε κέντρο καινοτομίας;
Η Κάλας προανήγγειλε αποφάσεις για την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Υπηρεσίας, με «μεγαλύτερη εστίαση στην καινοτομία και την πειραματική ανάπτυξη». Αυτό μεταφράζεται σε προσπάθεια η ΕΕ να αποκτήσει μια πιο ευέλικτη δομή τύπου «αμυντικού επιταχυντή», ικανή να φέρει κοντά βιομηχανία, έρευνα και στρατιωτικές ανάγκες, αντί για έναν ακόμη θεσμικό μηχανισμό αργών συμβιβασμών.
Η στροφή αυτή συνδέεται με τη σταδιακή αύξηση των αμυντικών δαπανών των κρατών-μελών, οι οποίες, μετά την εισβολή στην Ουκρανία, πλησιάζουν ή υπερβαίνουν τον στόχο του 2% του ΑΕΠ. Το θεσμικό ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα καταφέρει να σπάσει την κατακερματισμένη αγορά όπλων, όπου δεκάδες εθνικά προγράμματα απορροφούν πόρους χωρίς οικονομίες κλίμακας, και να κατευθύνει μέρος αυτών των δαπανών σε κοινά, διαλειτουργικά συστήματα.
Ρωσία, αποτροπή και η «αναπόφευκτη» διαπραγμάτευση
Οι δηλώσεις της Κάλας έρχονται σε αντίστιξη με τη γραμμή από τη Μόσχα. Ο Ρώσος διαπραγματευτής Κιρίλ Ντμίτριεφ μίλησε για αναπόφευκτες συνομιλίες Ευρώπης–Ρωσίας λόγω επερχόμενης ενεργειακής κρίσης. Η Μόσχα επιχειρεί να επαναφέρει το ενεργειακό ως μοχλό πίεσης, υπονοώντας ότι η ευρωπαϊκή εξάρτηση –έστω και μειωμένη– θα οδηγήσει αργά ή γρήγορα σε τραπέζι διαπραγμάτευσης με λιγότερο δυσμενείς όρους για τη Ρωσία.
Η ευρωπαϊκή απάντηση, όπως την περιγράφει η Κάλας, είναι ότι πριν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση πρέπει να διασφαλιστεί η στρατιωτική και ενεργειακή αντοχή της ίδιας της ΕΕ. Η αποτροπή δεν είναι μόνο θέμα στρατιωτικών μέσων, αλλά και ικανότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας να αντέξει παρατεταμένη κρίση χωρίς να υποχρεωθεί σε πολιτικές υποχωρήσεις. Η επένδυση σε άμυνα, ενεργειακή διαφοροποίηση και βιομηχανική βάση συνθέτουν μια νέα, ακριβή αλλά αναγκαία «ασφάλεια κινδύνου» για την Ένωση.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες: αμυντική ένωση ή οικονομική καταπόνηση;
Πίσω από τις δηλώσεις Κάλας κρύβεται το βαθύτερο δίλημμα: μπορεί η Ευρώπη να χρηματοδοτεί ταυτόχρονα την πράσινη μετάβαση, την κοινωνική συνοχή και μια de facto αμυντική ένωση; Τα 90 δισ. € για την Ουκρανία είναι μόνο ένα κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου λογαριασμού, που περιλαμβάνει νέα οπλικά συστήματα, υποδομές, αποθέματα πυρομαχικών και στήριξη μιας διευρυμένης αμυντικής βιομηχανίας.
Η απάντηση θα κριθεί από το αν οι αμυντικές δαπάνες θα λειτουργήσουν ως μοχλός βιομηχανικής πολιτικής –δημιουργώντας θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία και εξαγωγικό δυναμικό– ή αν θα εξελιχθούν σε δημοσιονομικό βάρος χωρίς στρατηγική απόδοση. Η ΕΕ, με τις συζητήσεις για χαλάρωση των κανόνων κρατικών ενισχύσεων στην άμυνα, κινείται προς ένα πιο παρεμβατικό μοντέλο, όπου τα σύνορα μεταξύ ασφάλειας και βιομηχανικής πολιτικής γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η ευρωπαϊκή στροφή στην άμυνα ανοίγει ταυτόχρονα ευκαιρίες και υποχρεώσεις. Από τη μια, η αναβάθμιση της κοινής αμυντικής πολιτικής μπορεί να μειώσει το κόστος ασφάλειας σε μια περιοχή όπως το Αιγαίο, αν η χώρα ενταχθεί ενεργά σε κοινά προγράμματα και συμπράξεις βιομηχανικής παραγωγής. Από την άλλη, η συμμετοχή στη νέα ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική θα απαιτήσει σταθερή ροή δαπανών σε μια οικονομία που ακόμη ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας και επενδύσεων. Το διακύβευμα για την Αθήνα είναι να μετατρέψει τις αυξημένες αμυντικές υποχρεώσεις σε εργαλείο τεχνολογικής αναβάθμισης, ναυπηγικής και βιομηχανικής ανασυγκρότησης, αντί για απλή εισαγωγή οπλικών συστημάτων χωρίς εγχώρια προστιθέμενη αξία.






