Ο υπαρχηγός της Χεζμπολάχ, Νάιμ Κάσεμ, καλεί τη Βηρυτό να εγκαταλείψει τις άμεσες συνομιλίες με το Ισραήλ και να επιστρέψει σε έμμεσο πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Η παρέμβαση έρχεται λίγο πριν από διήμερο γύρο συνομιλιών στην Ουάσινγκτον για τον τερματισμό των τελευταίων συγκρούσεων μετά τον πόλεμο στο Ιράν.
Η Χεζμπολάχ επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τους όρους του λιβανικού διαπραγματευτικού παιχνιδιού, απορρίπτοντας τις άμεσες συνομιλίες Βηρυτού–Τελ Αβίβ και επαναφέροντας το μοντέλο των έμμεσων επαφών μέσω μεσολαβητών. Σε επιστολή προς τα στελέχη της οργάνωσης, ο υπαρχηγός της, Νάιμ Κάσεμ, υποστηρίζει ότι οι απευθείας διαπραγματεύσεις αποτελούν «καθαρές απολαβές για το Ισραήλ» και «παραχωρήσεις από τη λιβανική αρχή», ζητώντας από την κυβέρνηση να αλλάξει ρότα.
Γιατί η Χεζμπολάχ μπλοκάρει τις άμεσες συνομιλίες
Η Χεζμπολάχ αντιμετωπίζει τις άμεσες συνομιλίες ως βήμα προς μια de facto κανονικοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την ιδρυτική της αφήγηση ως αντιστασιακού κινήματος. Η επιλογή των έμμεσων συνομιλιών, μέσω τρίτων όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ή ο ΟΗΕ, επιτρέπει στη Βηρυτό να διαπραγματεύεται τεχνικά ζητήματα –όρια, ασφάλεια, ενεργειακούς πόρους– χωρίς να εμφανίζεται πολιτικά ότι αναγνωρίζει το Ισραήλ ως συνομιλητή ισότιμου κύρους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστολή Κάσεμ δεν είναι απλώς μια τακτική παρέμβαση, αλλά προσπάθεια να επαναβεβαιωθεί ο έλεγχος της Χεζμπολάχ επί της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής του Λιβάνου. Η οργάνωση στέλνει μήνυμα ότι κάθε μετακίνηση προς πιο «κανονικές» διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ θα περνά από την έγκρισή της, ακόμη κι αν η κυβέρνηση επιδιώκει να άρει τη διεθνή απομόνωση και να σταθεροποιήσει την οικονομία.
Ο ρόλος της Ουάσινγκτον και το πλαίσιο μετά τον πόλεμο στο Ιράν
Η παρέμβαση της Χεζμπολάχ έρχεται λίγο πριν από διήμερο κύκλο συνομιλιών στην Ουάσινγκτον, που στοχεύει στην εκτόνωση των συγκρούσεων στα σύνορα Ισραήλ–Λιβάνου μετά τον πόλεμο στο Ιράν πριν από δύο μήνες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να «κλειδώσουν» μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, όπου τα μέτωπα με το Ιράν και τους συμμάχους του θα είναι ελεγχόμενα και προβλέψιμα.
Για την Ουάσινγκτον, οι άμεσες συνομιλίες μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ θα αποτελούσαν ένδειξη ωρίμανσης του λιβανικού πολιτικού συστήματος και περιορισμού της επιρροής της Χεζμπολάχ. Αντίστροφα, η επιμονή στην έμμεση διαπραγμάτευση ενισχύει τον ρόλο των μεσολαβητών, αλλά ταυτόχρονα κατοχυρώνει και την ικανότητα της οργάνωσης να παρεμβαίνει, καθώς παραμένει ο βασικός στρατιωτικός και πολιτικός παράγοντας στο λιβανικό νότο.
Εσωτερική ισορροπία δυνάμεων και οικονομική ασφυξία
Ο Λίβανος παραμένει βυθισμένος σε βαθιά οικονομική και θεσμική κρίση, με καταρρεύσαν τραπεζικό σύστημα, υποτιμημένο νόμισμα και διαρκές αδιέξοδο στη διακυβέρνηση. Σε αυτό το περιβάλλον, η εξωτερική πολιτική δεν είναι αυτόνομο πεδίο, αλλά προέκταση των εσωτερικών ισορροπιών. Η στάση της Χεζμπολάχ απέναντι στις συνομιλίες με το Ισραήλ συνδέεται άμεσα με τη διαπραγμάτευση ισχύος στο εσωτερικό: ποιος αποφασίζει για πόλεμο και ειρήνη, ποιος ελέγχει τα σύνορα και ποιος καρπώνεται τυχόν οικονομικά οφέλη από οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και ενεργειακές έρευνες.
Η κυβέρνηση, πιεσμένη από την κοινωνική κατάρρευση και την ανάγκη για επενδύσεις, έχει κίνητρο να επιδιώξει κάποιας μορφής σταθεροποίηση με το Ισραήλ, έστω υπό την ομπρέλα διεθνών εγγυήσεων. Όμως κάθε βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θεωρείται από τη Χεζμπολάχ ως κίνδυνος να διαβρωθεί το «κεφάλαιο αντίστασης» που της δίνει νομιμοποίηση, στρατολόγηση και πρόσβαση σε ιρανική στήριξη.
Τι σημαίνει η επιμονή στις έμμεσες διαπραγματεύσεις
Η επιλογή των έμμεσων συνομιλιών δεν είναι απλώς ζήτημα συμβολισμών. Στην πράξη, καθυστερεί τη λήψη αποφάσεων, αυξάνει το περιθώριο παρερμηνειών και επιτρέπει σε όλες τις πλευρές να χρησιμοποιούν το διαπραγματευτικό τραπέζι ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης. Για τη Χεζμπολάχ, οι έμμεσες επαφές σημαίνουν ότι μπορεί να διατηρεί στρατιωτική πίεση στα σύνορα, ενώ παράλληλα αφήνει την κυβέρνηση να διαπραγματεύεται υπό την «ομπρέλα» της ισχύος της.
Για το Ισραήλ, αντίθετα, οι άμεσες συνομιλίες θα παρείχαν εικόνα πολιτικής σταθεροποίησης στο βόρειο μέτωπο και πιθανόν θα διευκόλυναν την προσέλκυση επενδύσεων σε ενεργειακά έργα στην ανατολική Μεσόγειο. Η επιμονή της Χεζμπολάχ στο έμμεσο μοντέλο κρατά ανοιχτό το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης των συγκρούσεων, ιδίως αν οι συνομιλίες της Ουάσινγκτον δεν αποδώσουν συγκεκριμένα αποτελέσματα σε ζητήματα ασφαλείας και οριοθέτησης.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την περιφερειακή σταθερότητα
Η συνεχιζόμενη εξάρτηση των λιβανικών θεσμών από τη βούληση ενός ένοπλου μη κρατικού δρώντα διαβρώνει την προοπτική οικοδόμησης σταθερού κράτους δικαίου. Όσο η εξωτερική πολιτική παραμένει πεδίο άτυπων βέτο, η οικονομική ανάκαμψη θα σκοντάφτει σε επενδυτική αβεβαιότητα, κυρώσεις και περιορισμένη πρόσβαση σε διεθνή χρηματοδότηση. Παράλληλα, η διατήρηση της έντασης στα σύνορα με το Ισραήλ λειτουργεί ως μόνιμος παράγοντας αστάθειας για ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο.
Σε περιφερειακό επίπεδο, η στάση της Χεζμπολάχ στέλνει μήνυμα και προς άλλους συμμάχους του Ιράν ότι η μετά τον πόλεμο φάση δεν σημαίνει αυτόματα αποκλιμάκωση, αλλά επαναδιαπραγμάτευση ισχύος σε κάθε μέτωπο. Αυτό δυσκολεύει τις προσπάθειες διεθνών δρώντων να χαράξουν μακροπρόθεσμους ενεργειακούς και εμπορικούς σχεδιασμούς στην περιοχή, καθώς οι γραμμές αντιπαράθεσης παραμένουν ρευστές.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η εξέλιξη έχει δύο βασικές διαστάσεις. Πρώτον, κάθε παράταση της αστάθειας στα σύνορα Ισραήλ–Λιβάνου καθυστερεί τη διαμόρφωση ενός προβλέψιμου πλαισίου για μεγάλα ενεργειακά έργα στην ανατολική Μεσόγειο, όπου η Αθήνα επιδιώκει ρόλο διαμετακομιστικού και πολιτικού κόμβου. Δεύτερον, η εμμονή σε έμμεσες διαπραγματεύσεις αναδεικνύει τη σημασία των σταθερών θεσμών και της ενιαίας εξωτερικής πολιτικής, τομέας όπου η Ελλάδα μπορεί να κεφαλαιοποιήσει την εικόνα της ως αξιόπιστου εταίρου και μεσολαβητή σε περιφερειακά σχήματα συνεργασίας, από την ενέργεια μέχρι τις θαλάσσιες μεταφορές.






