Η εκλογική κατάρρευση του Εργατικού Κόμματος άνοιξε συζήτηση αποκαθήλωσης του Κιρ Στάρμερ, χωρίς όμως σαφή εναλλακτικό σχέδιο. Ο κίνδυνος είναι μια απλή αλλαγή προσώπου στη Ντάουνινγκ Στριτ χωρίς πραγματική ανανέωση ιδεών.
Η βαριά ήττα των Εργατικών στις πρόσφατες τοπικές και περιφερειακές εκλογές στη Βρετανία λειτούργησε ως καταλύτης για μια βαθιά εσωκομματική κρίση. Ο Κιρ Στάρμερ, που πριν από δύο χρόνια οδήγησε το κόμμα σε σαρωτική νίκη, αντιμετωπίζει πλέον ανοιχτή αμφισβήτηση από βουλευτές και στελέχη, τα οποία βλέπουν τον εκλογικό ορίζοντα να σκοτεινιάζει. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Ραφαέλ Μπερ, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το πρόσωπο του πρωθυπουργού, αλλά κυρίως το ιδεολογικό κενό που αποκαλύπτεται πίσω από τη φθορά του.
Η στρατηγική του «άχρωμου πραγματισμού» σε αδιέξοδο
Η άνοδος του Στάρμερ στηρίχθηκε σε μια απλή εξίσωση: η χώρα είχε εξαντληθεί από μια ανίκανη, δογματική δεξιά και μια μη πειστική, ριζοσπαστική αριστερή αντιπολίτευση. Η απάντηση φάνηκε να είναι ένας «βαρετός αλλά αξιόπιστος» κεντρώος διαχειριστής, που θα έβαζε τέλος στην πόλωση και θα επέστρεφε στη διοικητική κανονικότητα. Αυτή η τακτική απέδωσε εκλογικά το 2024, αλλά δεν συνοδεύτηκε από επεξεργασμένο κυβερνητικό πρόγραμμα.
Σύμφωνα με τον Μπερ, ο πραγματισμός κατέληξε να γίνει αυτοσκοπός, αντικαθιστώντας την πολιτική ουσία. Τα δύσκολα ερωτήματα –πώς θα χρηματοδοτηθούν οι δημόσιες υπηρεσίες, πώς θα αποκατασταθούν οι ζημιές του Brexit– είτε αποφεύχθηκαν είτε καλύφθηκαν με ασαφείς δεσμεύσεις. Η προσπάθεια αποκοπής από την κληρονομιά του Τζέρεμι Κόρμπιν εξελίχθηκε σε εμμονική εκκαθάριση, όπου κάθε διαφωνία στιγματιζόταν ως «τοξική αριστερίλα».
Το αποτέλεσμα είναι μια κυβέρνηση χωρίς σαφή αφήγηση. Οι συνεχείς κυβιστήσεις, η υιοθέτηση αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων της προηγούμενης συντηρητικής κυβέρνησης και μια σκληρή ρητορική για τη μετανάστευση που θυμίζει Νάιτζελ Φάρατζ, αφήνουν τους βουλευτές να αναρωτιούνται σε τι ακριβώς καλούνται να είναι πιστοί.
Brexit, Ευρώπη και η οργή των ψηφοφόρων
Η αδυναμία του Στάρμερ να αρθρώσει συνεκτική θέση για τη σχέση με την Ευρώπη αναδεικνύεται ως κεντρικό σύμπτωμα της κρίσης. Παρότι στηλιτεύει τις συνέπειες του Brexit και υπόσχεται επιστροφή «στην καρδιά της Ευρώπης», αρνείται να αγγίξει τις κόκκινες γραμμές περί μη συμμετοχής σε ενιαία αγορά και τελωνειακή ένωση. Έτσι, η Βρετανία παραμένει στην οικονομική περιφέρεια της ίδιας της ηπείρου της, χωρίς πειστικό σχέδιο επαναπροσέγγισης.
Η απογοήτευση μεταφράζεται σε πρωτοφανή προσωπική εχθρότητα απέναντι στον πρωθυπουργό. Ο Μπερ σημειώνει ότι ο Στάρμερ υπήρξε αρχικά ένα «άδειο δοχείο» στο οποίο οι πολίτες έριξαν τις ελπίδες τους για αλλαγή. Χωρίς ορατή πρόοδο, το ίδιο δοχείο γέμισε τώρα με συσσωρευμένη αγανάκτηση για μια πολιτική τάξη που υπόσχεται πολλά και παραδίδει ελάχιστα.
Αλλαγή ηγέτη χωρίς νέο όραμα;
Η δυναμική για ανατροπή του Στάρμερ ενισχύεται, με παραιτήσεις υπουργών και δημόσιες παρεμβάσεις βουλευτών. Ωστόσο, ο Μπερ προειδοποιεί ότι η αποπομπή του είναι απλώς «θεραπεία για την κατάσταση του να έχεις τον Στάρμερ ως ηγέτη» – όχι απάντηση στο τι λείπει από τη χώρα και πού πρέπει να κατευθυνθεί.
Οι επίδοξοι διάδοχοι κινούνται στο παρασκήνιο, αλλά σπανίως διατυπώνουν καθαρό εναλλακτικό σχέδιο. Αν δεν υπάρξει μάχη ιδεών –για την οικονομία μετά το Brexit, το κοινωνικό κράτος, τη σχέση με την Ευρώπη– ο κίνδυνος είναι η ηγεσία να αλλάξει, ενώ το κενό στρατηγικής θα παραμείνει. Τότε ο νέος ηγέτης δεν θα είναι παρά «το νέο πρόσωπο του ίδιου παλιού προβλήματος».
Σχόλιο
: Η βρετανική εμπειρία είναι προειδοποίηση και για άλλα ευρωπαϊκά κόμματα εξουσίας: ο τεχνοκρατικός κεντρώος πραγματισμός, χωρίς σαφές ιδεολογικό στίγμα και πειστικό σχέδιο για ανισότητες, παραγωγικότητα και γεωπολιτική θέση, εξαντλεί πολύ γρήγορα το πολιτικό του κεφάλαιο. Η μάχη για την εξουσία χωρίς μάχη ιδεών οδηγεί αναπόφευκτα σε κύκλους απογοήτευσης και ενίσχυση ακραίων δυνάμεων.






