Ο Σεργκέι Λαβρόφ ανεβάζει τους τόνους, κατηγορώντας την Ουάσινγκτον ότι «σπρώχνει» Lukoil και Rosneft εκτός αγορών. Πίσω από τη ρητορική, διαμορφώνεται ένας πιο σκληρός γεωοικονομικός χάρτης για ενέργεια, Αφρική και Βαλκάνια.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ επανέφερε στο προσκήνιο το γεωοικονομικό σκέλος της αντιπαράθεσης Μόσχας–Ουάσινγκτον, κατηγορώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι επιδιώκουν να εκτοπίσουν ρωσικές εταιρείες από την παγκόσμια αγορά. Μιλώντας σε συνέντευξη στο RT India, υποστήριξε ότι ο αμερικανικός στόχος είναι η περιθωριοποίηση ενεργειακών ομίλων όπως η Lukoil και η Rosneft σε καίριες περιφερειακές αγορές.
Πού «βλέπει» αμερικανική πίεση η Μόσχα;
Σύμφωνα με τον Λαβρόφ, η Ουάσινγκτον προσπαθεί να αποσπάσει από τη Rosneft τη συνεργασία της με τη Βενεζουέλα, ενώ επιδιώκει την αποδυνάμωση της ρωσικής παρουσίας σε αφρικανικές και βαλκανικές αγορές. Οι δύο αυτές ζώνες έχουν εξελιχθεί σε πεδίο έντονου ανταγωνισμού για επενδύσεις σε υδρογονάνθρακες, υποδομές και logistics, με τη Ρωσία να επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να εδραιώσει ρόλο προμηθευτή και επενδυτή.
Η Μόσχα ερμηνεύει τις αμερικανικές κυρώσεις και τις πιέσεις σε κυβερνήσεις τρίτων χωρών ως εργαλείο «ανακατανομής» μεριδίων αγοράς υπέρ δυτικών εταιρειών. Από την πλευρά της, η Ουάσινγκτον παρουσιάζει τις κινήσεις αυτές ως απάντηση σε παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και ως μέσο περιορισμού της ρωσικής επιρροής.
Η συνέχεια της πολιτικής κυρώσεων επί Τραμπ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά του Λαβρόφ στον Ντόναλντ Τραμπ. Παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει μιλήσει για «αμοιβαία επωφελή συνεργασία» με τη Ρωσία, ο Ρώσος υπουργός υποστηρίζει ότι στην πράξη συνεχίζεται η γραμμή του Τζο Μπάιντεν. «Πέρα από τον τακτικό διάλογο, όλα τα υπόλοιπα ακολουθούν την ίδια γραμμή που εγκαινίασε ο Τζο Μπάιντεν», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι όλες οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν επί Μπάιντεν παραμένουν σε ισχύ.
Ο Λαβρόφ πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ υιοθετεί δικές της πρωτοβουλίες για να «τιμωρήσει οικονομικά» τη Ρωσία. Η εικόνα που επιχειρεί να περάσει η Μόσχα είναι πως, ανεξαρτήτως ρητορικής, υπάρχει διακομματική συνέχεια στην αμερικανική στρατηγική περιορισμού της Ρωσίας, ιδίως στον ενεργειακό τομέα, όπου οι ρωσικές εξαγωγές αποτελούν βασικό πυλώνα του κρατικού προϋπολογισμού.
Ενέργεια, αγορές και ο νέος γεωοικονομικός χάρτης
Η αντιπαράθεση γύρω από Lukoil και Rosneft ξεπερνά το διμερές επίπεδο ΗΠΑ–Ρωσίας. Αφρική, Βαλκάνια και Λατινική Αμερική μετατρέπονται σε «δοκιμαστικό πεδίο» για το πώς θα κατανεμηθεί η ενεργειακή ισχύς τις επόμενες δεκαετίες. Στην Αφρική, η Ρωσία έχει διεκδικήσει ρόλο μέσω συμφωνιών σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ορυκτό πλούτο, συχνά συνδέοντας τις επενδύσεις με στρατιωτική συνεργασία. Στα Βαλκάνια, η ρωσική επιρροή περνά μέσα από αγωγούς, διυλιστήρια και τράπεζες.
Οι αμερικανικές πιέσεις προς κυβερνήσεις της περιοχής να διαφοροποιήσουν τις πηγές προμήθειας ενέργειας, αλλά και οι δευτερογενείς κυρώσεις σε εταιρείες που συναλλάσσονται με ρωσικούς ομίλους, δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές αποφάσεις καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το ποιος θα ελέγχει τις υποδομές και τα μακροπρόθεσμα έσοδα. Για χώρες με περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ, ο κίνδυνος είναι να εγκλωβιστούν σε μονομερείς εξαρτήσεις, είτε από τη Μόσχα είτε από τη Δύση.
Τι σημαίνει η υπόθεση Rosneft–Βενεζουέλα
Η αναφορά του Λαβρόφ στη Βενεζουέλα φωτίζει μια ακόμη διάσταση: την προσπάθεια της Ρωσίας να εδραιωθεί σε αγορές που ήδη βρίσκονται στο στόχαστρο αμερικανικών κυρώσεων. Η Rosneft έχει διαδραματίσει ρόλο-κλειδί στη χρηματοδότηση και εμπορία του βενεζουελάνικου πετρελαίου, προσφέροντας στην κυβέρνηση του Καράκας διέξοδο απέναντι στις πιέσεις της Ουάσινγκτον.
Αν οι ΗΠΑ καταφέρουν να περιορίσουν ουσιαστικά αυτή τη συνεργασία, το πλήγμα θα είναι διπλό: θα αποδυναμώσει έναν σημαντικό δίαυλο ρωσικής επιρροής στην αμερικανική ήπειρο και θα ενισχύσει την ικανότητα της Ουάσινγκτον να διαμορφώνει τους όρους πρόσβασης στο βενζελουανικό πετρέλαιο στο μέλλον. Ταυτόχρονα, στέλνει μήνυμα σε άλλες χώρες που σκέφτονται να στραφούν σε ρωσική στήριξη, ότι το κόστος μπορεί να είναι υψηλό.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την παγκόσμια αγορά
Σε βάθος χρόνου, η σύγκρουση γύρω από τις ρωσικές εταιρείες δεν αφορά μόνο ποιος θα πουλήσει περισσότερο πετρέλαιο ή φυσικό αέριο. Αφορά το ποιος θα θέτει τους κανόνες: από τα νομίσματα συναλλαγών και τις ασφαλιστικές καλύψεις, μέχρι τα πρότυπα για αγωγούς και τερματικούς σταθμούς. Η επιμονή των ΗΠΑ σε ένα εκτεταμένο πλαίσιο κυρώσεων επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών από τη Ρωσία και άλλες χώρες, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από το δολάριο.
Ωστόσο, η μετάβαση σε ένα πιο κατακερματισμένο διεθνές σύστημα συναλλαγών αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης και τον πολιτικό κίνδυνο για επενδύσεις ενέργειας. Οι εταιρείες –ρωσικές, δυτικές ή τρίτων χωρών– καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον όπου η γεωπολιτική σταθερότητα μετρά πλέον όσο και τα γεωλογικά αποθέματα.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η κλιμάκωση του αμερικανορωσικού ανταγωνισμού στις ενεργειακές αγορές έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία, ενισχύει τη στρατηγική της ενεργειακής διαφοροποίησης μέσω LNG, αγωγών από Ανατολική Μεσόγειο και νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου η Αθήνα επιδιώκει ρόλο κόμβου. Από την άλλη, η διαρκής χρήση κυρώσεων ως εργαλείου πολιτικής αυξάνει τη μεταβλητότητα τιμών και τον κίνδυνο αιφνίδιων ανατροπών σε επενδυτικά σχέδια. Για την ελληνική αγορά και επιχειρηματικότητα, το ζητούμενο είναι η οικοδόμηση ανθεκτικότητας: συμβάσεις με πολλαπλούς προμηθευτές, προσεκτική διαχείριση ρίσκου στις χρηματοδοτήσεις ενέργειας και ενεργός συμμετοχή σε ευρωπαϊκά σχήματα που θωρακίζουν την εφοδιαστική ασφάλεια.






