Η Τεχεράνη μεταθέτει για αργότερα το πιο ευαίσθητο κομμάτι του πυρηνικού φακέλου, επιμένοντας πρώτα σε πολιτικές εγγυήσεις από την Ουάσινγκτον. Η επιλογή αυτή παρατείνει την αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή και κρατά σε εγρήγορση τις αγορές ενέργειας.
Η απόφαση Τεχεράνης και Ουάσινγκτον να αναβάλουν τις συνομιλίες για τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν αποτυπώνει την επιστροφή της πυρηνικής κρίσης σε μια λογική «διαπραγμάτευσης σε δόσεις». Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί, από τη σύνοδο των BRICS στο Νέο Δελχί, μίλησε για ένα «πολύ σύνθετο» ζήτημα, το οποίο οι δύο πλευρές συμφώνησαν να μεταθέσουν σε επόμενο στάδιο, υπό την προϋπόθεση ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν, όπως είπε, να στέλνουν «αντιφατικά μηνύματα».
Τι σημαίνει η αναβολή για τον πυρηνικό φάκελο του Ιράν;
Η ουσία της κίνησης είναι πολιτική: το Ιράν αποφεύγει να διαπραγματευτεί από θέση αδυναμίας το πιο ευαίσθητο σκέλος του προγράμματός του – το επίπεδο και η ποσότητα του εμπλουτισμένου ουρανίου – πριν εξασφαλίσει ανταλλάγματα σε κυρώσεις και εγγυήσεις μη αλλαγής πορείας από τις ΗΠΑ. Η εμπειρία της μονομερούς αποχώρησης των ΗΠΑ από τη συμφωνία του 2015 έχει καταστήσει την Τεχεράνη εξαιρετικά επιφυλακτική απέναντι σε δεσμεύσεις που δεν «κλειδώνονται» θεσμικά στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.
Για την Ουάσινγκτον, η αναβολή κρατά ανοιχτό τον δίαυλο, αλλά παρατείνει μια επικίνδυνη «γκρίζα ζώνη»: το ιρανικό πρόγραμμα συνεχίζει να προχωρά σε επίπεδα εμπλουτισμού που μειώνουν τον θεωρητικό «χρόνο διαφυγής» για πιθανή στρατιωτική χρήση, χωρίς όμως να υπάρχει ξεκάθαρο πλαίσιο ελέγχου. Η διαχείριση αυτής της ασάφειας είναι πολιτικά δύσκολη, ιδίως ενόψει εσωτερικών πιέσεων στο Κογκρέσο και από συμμάχους όπως το Ισραήλ και κράτη του Κόλπου.
Ο ρόλος των BRICS και το μήνυμα προς τη Δύση
Το γεγονός ότι οι δηλώσεις Αραγτσί έγιναν στο περιθώριο συνόδου των BRICS δεν είναι τυχαίο. Το Ιράν επιχειρεί να «πολυμεροποιήσει» το πυρηνικό του ζήτημα, παύοντας να το αντιμετωπίζει ως αποκλειστικό πεδίο διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με την ένταξή του σε ένα μπλοκ όπου δεσπόζουν η Ρωσία και η Κίνα, η Τεχεράνη επιδιώκει να θωρακίσει οικονομικά και διπλωματικά τα περιθώρια ελιγμών της, ώστε να αντέξει μεγαλύτερη χρονικά διαπραγμάτευση.
Για τη Δύση, αυτό σημαίνει ότι κάθε καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη: όσο το Ιράν εδραιώνεται σε εναλλακτικά οικονομικά και ενεργειακά δίκτυα, τόσο μειώνεται η αποτελεσματικότητα των δυτικών κυρώσεων ως εργαλείου πίεσης. Η αναβολή των συνομιλιών για το ουράνιο μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός, με την Τεχεράνη να «κερδίζει χρόνο» ώστε να περιορίσει την εξάρτησή της από το δολάριο και τις δυτικές αγορές.
Κίνδυνοι κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή και ενεργειακή ασφάλεια
Η παράταση της εκκρεμότητας στο πυρηνικό ζήτημα αυξάνει τον κίνδυνο περιφερειακής κλιμάκωσης. Κράτη του Κόλπου, που ήδη επαναπροσδιορίζουν τις σχέσεις τους με την Τεχεράνη, παρακολουθούν με ανησυχία μια πιθανή «πυρηνική κανονικοποίηση» του Ιράν. Παράλληλα, το Ισραήλ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν θα αποδεχθεί ένα Ιράν κοντά σε στρατιωτική πυρηνική ικανότητα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μονομερών ενεργειών.
Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ένταση στα Στενά του Ορμούζ ή στις υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου της περιοχής μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε διακυμάνσεις τιμών. Ακόμη και χωρίς άμεση κρίση, η γεωπολιτική «πριμοδότηση κινδύνου» ενσωματώνεται στα συμβόλαια ενέργειας, επιβαρύνοντας διεθνώς το κόστος, ιδίως για εισαγωγικές οικονομίες.
Πού μπορεί να οδηγήσει η στρατηγική της αναβολής;
Η επιλογή να μετατεθούν οι συνομιλίες για το ουράνιο σε επόμενο στάδιο δημιουργεί ένα διαπραγματευτικό σχήμα δύο ταχυτήτων: πρώτα πολιτικές και οικονομικές ρυθμίσεις, μετά ο πυρήνας του πυρηνικού φακέλου. Αν οι ΗΠΑ αποδεχθούν μια τέτοια ακολουθία, θα πρόκειται για ουσιαστική αναθεώρηση της λογικής της αρχικής συμφωνίας του 2015, όπου ο περιορισμός του προγράμματος ήταν προϋπόθεση για άρση κυρώσεων.
Αντίστροφα, αν η Ουάσινγκτον επιμείνει σε άμεση συζήτηση για αποθέματα και επίπεδα εμπλουτισμού, το ρίσκο αδιεξόδου αυξάνεται. Σε αυτή την περίπτωση, η κρίση μπορεί να διολισθήσει σε ένα καθεστώς «σταθερής αστάθειας»: χωρίς πλήρη ρήξη, αλλά και χωρίς σαφές πλαίσιο, με διαδοχικούς κύκλους πίεσης, στοχευμένων κυρώσεων και απαντήσεων μέσω περιφερειακών αντιπροσώπων.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η παράταση της αβεβαιότητας στο ιρανικό πυρηνικό ζήτημα σημαίνει ότι η «γεωπολιτική προσαύξηση» στις τιμές ενέργειας ήρθε για να μείνει. Αυτό ενισχύει τη στρατηγική ανάγκη διαφοροποίησης πηγών και οδεύσεων φυσικού αερίου, καθώς και την επιτάχυνση των ΑΠΕ, ώστε να περιοριστεί η έκθεση σε σοκ στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η ναυτιλία και τα ελληνικά δεξαμενόπλοια παραμένουν κρίσιμος παίκτης στις ροές πετρελαίου και προϊόντων από τον Περσικό Κόλπο, όμως κάθε ένταση στα στενά του Ορμούζ αυξάνει το λειτουργικό κόστος (ασφάλιστρα κινδύνου, ναύλοι, καθυστερήσεις). Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η Ελλάδα οφείλει να διαβάζει τέτοιες διπλωματικές κινήσεις όχι ως μακρινές ειδήσεις, αλλά ως παράγοντες που διαμορφώνουν το ενεργειακό κόστος, τον πληθωρισμό και, τελικά, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.






