Ο νέος πρωθυπουργός του Λιβάνου, Ναουάφ Σαλάμ, επιχειρεί να αποσυνδέσει τη χώρα από πολέμους δι’ αντιπροσώπων. Το αίτημα για αραβική και διεθνή στήριξη δοκιμάζει εκ νέου την αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή.
Με σπάνιας σαφήνειας διατύπωση, ο πρωθυπουργός του Λιβάνου Ναουάφ Σαλάμ δήλωσε ότι η χώρα του έχει χορτάσει από «απερίσκεπτους» πολέμους που υπηρετούν ξένα συμφέροντα, στέλνοντας μήνυμα τόσο προς τις περιφερειακές δυνάμεις όσο και προς τις λιβανέζικες ένοπλες οργανώσεις. Η παρέμβαση ήρθε σε μια στιγμή εύθραυστης εκεχειρίας με το Ισραήλ, την ώρα που ο νότιος Λίβανος παραμένει πεδίο αντιπαράθεσης Ιράν–Ισραήλ μέσω της Χεζμπολάχ.
Η «επιβεβλημένη» σύγκρουση και η νέα κατοχή
Ο Σαλάμ περιέγραψε τον τελευταίο γύρο βίας ως πόλεμο «που δεν επιλέξαμε, αλλά μας επιβλήθηκε», επισημαίνοντας ότι η Ισραηλινή πλευρά κατέλαβε 68 πόλεις, χωριά και θέσεις στο νότιο Λίβανο, τη στιγμή που η Βηρυτός διαπραγματευόταν την αποχώρησή της από πέντε αμφισβητούμενα σημεία στα σύνορα. Η αναφορά αυτή αναδεικνύει την ασυμμετρία ισχύος: από μια τεχνική οριοθέτηση σε περιορισμένες ζώνες, ο Λίβανος βρέθηκε μπροστά σε εκτεταμένη στρατιωτική πραγματικότητα επί του εδάφους.
Η κατοχή νέων περιοχών, ακόμη κι αν αποδειχθεί προσωρινή, δημιουργεί τετελεσμένα: μετακινήσεις πληθυσμών, καταστροφή υποδομών, αλλά και νέα δεδομένα για οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση συνόρων. Στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου, η Βηρυτός επιχειρεί να καταγράψει από τώρα το «ιστορικό αρχείο» της σύγκρουσης, ώστε να μην εδραιωθούν μόνιμα τα σημερινά στρατιωτικά κέρδη ως πολιτικά.
Ρήγμα με τη ρητορική της «νίκης»
Ο Λιβανέζος πρωθυπουργός χαρακτήρισε «λυπηρό» το γεγονός ότι κάποιοι παρουσιάζουν την εισβολή ισραηλινών δυνάμεων σε πόλεις και χωριά ως «νίκη». Χωρίς να κατονομάζει τη Χεζμπολάχ ή άλλους ένοπλους δρώντες, η κριτική του στοχεύει στη λογική της σύγκρουσης όπου η επιβίωση της οργάνωσης και η διατήρηση της στρατιωτικής της εικόνας υπερισχύει του κόστους για το κράτος και την κοινωνία.
Η σύγκρουση αφήνει τον Λίβανο με νέα κατεστραμμένα σύνορα, αλλά και με ένα εσωτερικό πολιτικό δίλημμα: αν η αφήγηση της «αντίστασης» μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως άλλοθι για επαναλαμβανόμενους γύρους βίας, σε μια χώρα με ήδη καταρρακωμένη οικονομία, τραπεζικό σύστημα σε κρίση και μαζική μετανάστευση νέων. Ο Σαλάμ επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο το κόστος ευκαιρίας: κάθε πολεμικός κύκλος «καίει» χρόνια ανασυγκρότησης.
Η παράταση της εκεχειρίας και ο ρόλος της Ουάσινγκτον
Η ανακοίνωση των Ηνωμένων Πολιτειών ότι Ισραήλ και Λίβανος συμφώνησαν σε παράταση της εκεχειρίας κατά 45 ημέρες προσφέρει ένα περιορισμένο παράθυρο διπλωματίας. Η χρονική διάρκεια δεν είναι τυχαία: επαρκεί για να δοκιμαστούν μηχανισμοί αποκλιμάκωσης, αλλά όχι για να παγιωθεί μια μόνιμη συμφωνία ασφάλειας στα σύνορα.
Η Ουάσινγκτον λειτουργεί ως βασικός μεσολαβητής, ισορροπώντας ανάμεσα στη στήριξη προς το Ισραήλ και την ανάγκη να αποτραπεί μια γενικευμένη ανάφλεξη που θα συμπαρασύρει Συρία, Ιράν και τον ευρύτερο Κόλπο. Για τον Λίβανο, η παράταση της εκεχειρίας είναι ανάσα, αλλά και παγίδα: αν στο διάστημα αυτό δεν υπάρξει σαφής πρόοδος σε πολιτικό επίπεδο, ο κίνδυνος επιστροφής στη βία παραμένει υψηλός.
Από κράτος-μέτωπο σε κράτος-ρυθμιστή;
Η φράση του Σαλάμ για «πολέμους για ξένα συμφέροντα» αγγίζει τον πυρήνα του λιβανέζικου προβλήματος ασφάλειας: η χώρα λειτουργεί επί δεκαετίες ως πεδίο αντιπαράθεσης τρίτων – από τον εμφύλιο και την ισραηλινή εισβολή του 1982 έως τη σημερινή αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ. Η προσπάθεια του πρωθυπουργού είναι να επανατοποθετήσει τον Λίβανο ως κυρίαρχο δρώντα, που δεν «ενοικιάζει» το έδαφός του σε περιφερειακές στρατηγικές.
Θεσμικά, αυτό προϋποθέτει ενίσχυση του εθνικού στρατού έναντι των παραστρατιωτικών δομών, μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος που βασίζεται σε θρησκευτικές ποσοστώσεις και, κυρίως, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών σε ένα κράτος ικανό να παρέχει ασφάλεια και βασικές υπηρεσίες. Χωρίς αυτά, κάθε επίκληση στην «αποδέσμευση από ξένα συμφέροντα» κινδυνεύει να μείνει ρητορική.
Οικονομικό κόστος και γεωπολιτική εξάρτηση
Η λιβανέζικη οικονομία, ήδη σε βαθιά κρίση, δύσκολα αντέχει νέους γύρους στρατιωτικής έντασης. Καταστροφή υποδομών, φυγή κεφαλαίων, αποσταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και περαιτέρω υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας είναι οι άμεσες συνέπειες. Κάθε «θερμή» φάση μεγαλώνει την εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση, είτε από αραβικά κεφάλαια είτε από διεθνείς οργανισμούς.
Έτσι κλείνει ένας φαύλος κύκλος: οι πόλεμοι για ξένα συμφέροντα οδηγούν σε οικονομική εξάρτηση, η οποία με τη σειρά της περιορίζει τα περιθώρια ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Το αίτημα του Σαλάμ για «αραβική και διεθνή στήριξη» θα κριθεί στην πράξη από τους όρους: αν πρόκειται για βοήθεια που ενισχύει την κρατική κυριαρχία ή για χρηματοδότηση που συνοδεύεται από νέες γεωπολιτικές δεσμεύσεις.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η σταθερότητα στον Λίβανο και στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ είναι κρίσιμη για τρεις λόγους: πρώτον, επηρεάζει τη διαδρομή ενεργειακών σχεδιασμών στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η Ελλάδα επιδιώκει ρόλο διαμετακομιστικού κόμβου· δεύτερον, καθορίζει το επίπεδο γεωπολιτικού κινδύνου στην ευρύτερη περιοχή, άρα και το επενδυτικό κλίμα για ελληνικές ναυτιλιακές, ενεργειακές και τουριστικές επιχειρήσεις· τρίτον, η αποφυγή μιας νέας ανθρωπιστικής κρίσης στον Λίβανο μειώνει την πίεση μεταναστευτικών ροών προς την Ανατολική Μεσόγειο, άρα και τις δημοσιονομικές και διαχειριστικές πιέσεις στην Ελλάδα. Η Αθήνα έχει συμφέρον να στηρίξει, μέσω ΕΕ και διεθνών οργανισμών, πρωτοβουλίες που ενισχύουν την κρατική υπόσταση του Λιβάνου και περιορίζουν το περιθώριο πολέμων δι’ αντιπροσώπων στην περιοχή.






