Το Κρεμλίνο «φωτογραφίζει» ποιος δεν θα ήθελε να κάθεται απέναντι από τη ρωσική πλευρά σε μελλοντικό τραπέζι διαπραγματεύσεων. Η αντιπαράθεση γύρω από το πρόσωπο της Κάγια Κάλας αποκαλύπτει το βαθύτερο ρήγμα εντός της ΕΕ για το πώς, πότε και με ποιους θα συνομιλήσει με τη Μόσχα.
Η δημόσια αμφισβήτηση της Κάγια Κάλας από τον Ντμίτρι Πέσκοφ δεν είναι μια απλή προσωπική επίθεση, αλλά μια προσεκτικά στοχευμένη παρέμβαση της Μόσχας στη συζήτηση που διεξάγεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το αν –και με ποιους όρους– θα ανοίξει ξανά δίαυλος με τη Ρωσία. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου υπενθύμισε τις δηλώσεις του Βλαντίμιρ Πούτιν ότι συνομιλητής μπορεί να είναι «οποιοσδήποτε δεν έχει πει πολλά άσχημα πράγματα» για τη Ρωσία, θέτοντας εμμέσως «βέτο» στην Εσθονή πρωταγωνίστρια της σκληρής γραμμής.
Τι είπε ο Πέσκοφ και γιατί στοχοποιεί την Κάλας
Ο Ντμίτρι Πέσκοφ δήλωσε ότι «είναι προς το συμφέρον της Κάγια Κάλας να μην είναι διαπραγματεύτρια», προειδοποιώντας ότι «δεν θα το έχει εύκολο». Με αυτό τον τρόπο, η Μόσχα επιχειρεί να απονομιμοποιήσει εκ των προτέρων ένα από τα πιο ηχηρά «γεράκια» της ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία, την ίδια στιγμή που εκείνη έχει ταχθεί κατά της ιδέας να «ταπεινωθεί» η ΕΕ αναζητώντας συνομιλίες με το Κρεμλίνο.
Η Κάλας, ως Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική, προσωποποιεί την επιλογή της σκληρής αποτροπής: κυρώσεις, στρατιωτική στήριξη στην Ουκρανία, ελάχιστο περιθώριο για πολιτικό διάλογο. Η στοχοποίησή της από τη ρωσική ηγεσία λειτουργεί διπλά: αφενός συσπειρώνει το εσωτερικό ρωσικό ακροατήριο, αφετέρου στέλνει μήνυμα στα κράτη-μέλη που αναζητούν πιο πραγματιστική γραμμή ότι η Μόσχα προτιμά διαφορετικούς συνομιλητές.
Το «άδειασμα» Μακρόν και το μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες
Ο Πέσκοφ δεν έμεινε στην κριτική κατά της Κάλας. Στρέφοντας τα πυρά του στον Εμανουέλ Μακρόν, σημείωσε ότι ο Γάλλος πρόεδρος δηλώνει ανοικτός να μιλήσει με τον Πούτιν, αλλά δεν έχει πάρει ακόμη τηλέφωνο. Η παρατήρηση αυτή δεν είναι τυχαία: αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στη ρητορική διάθεσης για διάλογο και στην πραγματική διπλωματική κίνηση.
Για τη Μόσχα, η Γαλλία –μαζί με τη Γερμανία– παραμένει παραδοσιακός δυτικός συνομιλητής. Η δημόσια «υπενθύμιση» προς τον Μακρόν είναι ταυτόχρονα πίεση και πρόσκληση: αν το Παρίσι θέλει ρόλο στη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης, πρέπει να αναλάβει ενεργότερη πρωτοβουλία, όχι μόνο δηλώσεις. Στο παρασκήνιο, η Ρωσία επιχειρεί να αναβαθμίσει το κύρος των ισχυρών κρατών-μελών εις βάρος των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.
Ρήγμα εντός ΕΕ: από τον Κόστα και τον Στουμπ μέχρι την Κάλας
Τις τελευταίες εβδομάδες, κορυφαίοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, όπως ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ, έχουν ταχθεί υπέρ της ανάγκης να υπάρξουν άμεσες συνομιλίες με τη Ρωσία για την Ουκρανία. Δεν πρόκειται για υποχώρηση, αλλά για αναγνώριση ότι ένας πόλεμος φθοράς χωρίς πολιτική διέξοδο κοστίζει ακριβά σε χρήμα, ασφάλεια και πολιτικό κεφάλαιο.
Απέναντί τους βρίσκεται η γραμμή Κάλας, που θεωρεί ότι η πρόωρη έναρξη συνομιλιών κινδυνεύει να νομιμοποιήσει τα τετελεσμένα της ρωσικής εισβολής και να στείλει μήνυμα αδυναμίας. Η διαφωνία δεν είναι μόνο τακτική, αλλά στρατηγική: αφορά το αν η ΕΕ θα οικοδομήσει την μελλοντική ευρωπαϊκή ασφάλεια με ή εναντίον της Ρωσίας, και με ποια χρονική ακολουθία – πρώτα πλήρης στρατιωτική αποτροπή, μετά διάλογος ή παράλληλη πορεία;
Η θεσμική ισορροπία: κράτη-μέλη έναντι κοινοτικών οργάνων
Το Κρεμλίνο, υποδεικνύοντας ποιοι είναι «αποδεκτοί» συνομιλητές, επιχειρεί να επαναφέρει μια λογική διμερών σχέσεων με τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αυτό υπονομεύει de facto τον ρόλο της Ύπατης Εκπροσώπου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που υποτίθεται ότι εκφράζουν ενιαία εξωτερική πολιτική.
Η ΕΕ βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα θεσμικό δίλημμα: αν οι πραγματικές διαπραγματεύσεις γίνουν κυρίως μέσω Παρισιού, Βερολίνου ή άλλων πρωτευουσών, η θέση της Κάλας και των κοινοτικών οργάνων θα αποδυναμωθεί μακροπρόθεσμα. Αν, αντίθετα, οι «θεσμικοί» διαπραγματευτές επιλεγούν με κριτήριο την αποδοχή τους από το εσωτερικό της ΕΕ και όχι από τη Μόσχα, οι συνομιλίες μπορεί να καθυστερήσουν, αλλά η θεσμική συνοχή της Ένωσης θα προστατευθεί.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια
Πίσω από την κόντρα γύρω από το πρόσωπο της Κάλας διακυβεύεται το μοντέλο της ευρωπαϊκής ασφάλειας για τις επόμενες δεκαετίες. Αν επικρατήσει η γραμμή των άμεσων συνομιλιών, η ΕΕ θα επιχειρήσει να διαχειριστεί τη Ρωσία ως αναγκαστικό γείτονα, με μηχανισμούς ελέγχου κινδύνου και σταδιακής αποκλιμάκωσης, ακόμη και χωρίς πλήρη πολιτική εξομάλυνση.
Αν επικρατήσει η σκληρή γραμμή, η Ευρώπη θα κινηθεί σε πορεία μακρόχρονης αντιπαράθεσης, με μόνιμα υψηλές αμυντικές δαπάνες, επαναχάραξη αλυσίδων εφοδιασμού και διαρκή ενεργειακή και γεωπολιτική ανασφάλεια. Η επιλογή των προσώπων που θα καθίσουν στο τραπέζι δεν είναι απλώς διαδικαστικό ζήτημα· προδιαγράφει ποια από τις δύο στρατηγικές θα αποκτήσει προβάδισμα.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η διαμάχη γύρω από την Κάλας και τον τρόπο διαλόγου με τη Ρωσία μεταφράζεται σε διαφορετικά σενάρια κόστους: παράταση της αντιπαράθεσης σημαίνει διατηρημένα υψηλές αμυντικές δαπάνες, διαρκή γεωπολιτικό κίνδυνο στην Ανατολική Μεσόγειο και αστάθεια στις τιμές ενέργειας, που επηρεάζουν από το δημοσιονομικό περιθώριο μέχρι την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και της ναυτιλίας. Αν, αντίθετα, επικρατήσει μια ελεγχόμενη επανεκκίνηση διαλόγου ΕΕ–Ρωσίας, η Ελλάδα, ως χώρα-γέφυρα στη ΝΑ Ευρώπη, μπορεί να ωφεληθεί από σταδιακή αποκλιμάκωση κινδύνου, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο ενεργειακό κόστος και αναβάθμιση του ρόλου της σε υποδομές μεταφοράς ενέργειας και εμπορίου. Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα έχει συμφέρον να στηρίζει ευρωπαϊκές επιλογές που ενισχύουν τη θεσμική συνοχή της ΕΕ, ώστε οι μελλοντικές διαπραγματεύσεις να μη μετατραπούν σε «λέσχη μεγάλων» εις βάρος των μικρότερων κρατών-μελών.






