Ο Φρίντριχ Μερτς ανεβάζει τον τόνο απέναντι στην Τεχεράνη, συνδέοντας την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων με τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. Η γερμανική παρέμβαση δείχνει πώς η ευρωπαϊκή διπλωματία προσπαθεί να αποτρέψει νέα κλιμάκωση σε μια ήδη κορεσμένη γεωπολιτική ζώνη.
Η δημόσια καταδίκη του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς για τα τελευταία ιρανικά πλήγματα κατά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και «άλλων εταίρων» δεν είναι απλώς μια ακόμη διπλωματική δήλωση. Η αναφορά του σε επιθέσεις που αγγίζουν ή απειλούν πυρηνικές εγκαταστάσεις δείχνει ότι το Βερολίνο βλέπει πλέον τον κίνδυνο να ξεπερνά τα σύνορα της Μέσης Ανατολής και να αγγίζει τον πυρήνα της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Γιατί η Γερμανία παρεμβαίνει τόσο έντονα;
Ο Μερτς, με ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, υπογράμμισε ότι «επιθέσεις σε πυρηνικές εγκαταστάσεις αποτελούν απειλή για την ασφάλεια των ανθρώπων σε ολόκληρη την περιοχή» και ζήτησε να μην υπάρξει «καμία περαιτέρω κλιμάκωση της βίας». Η Γερμανία, ως χώρα με βαρύ ιστορικό στο ζήτημα της πυρηνικής τεχνολογίας και βασικός ευρωπαϊκός δρων στις διαπραγματεύσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, επιχειρεί να υπενθυμίσει ότι η στοχοποίηση τέτοιων υποδομών μετατρέπει μια περιφερειακή σύγκρουση σε συστημικό κίνδυνο.
Η παρέμβαση του Μερτς εντάσσεται και στο πλαίσιο της προσπάθειας του Βερολίνου να αποκαταστήσει ρόλο «θεσμικού μεσολαβητή» ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Ιράν και τα κράτη του Κόλπου. Η Γερμανία έχει οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα στην περιοχή, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζει ότι μια μείζων κρίση στον Περσικό Κόλπο θα συμπιέσει περαιτέρω την ήδη εύθραυστη ευρωπαϊκή ασφάλεια εφοδιασμού.
Κάλεσμα σε «σοβαρές» διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ
Κεντρικό σημείο της δήλωσης του καγκελαρίου είναι η προτροπή προς την Τεχεράνη να εμπλακεί σε «σοβαρές» διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να «τερματίσει τον πόλεμο». Η φράση αυτή αποτυπώνει την ευρωπαϊκή εκτίμηση ότι, χωρίς αμερικανοϊρανικό δίαυλο, οι επιμέρους εκεχειρίες ή περιφερειακές συμφωνίες δεν επαρκούν για να σταθεροποιήσουν τη Μέση Ανατολή.
Η γερμανική πλευρά αναγνωρίζει πως η υφιστάμενη κρίση δεν αφορά μόνο τις άμεσες επιθέσεις, αλλά και τον ρόλο του Ιράν ως περιφερειακού παίκτη με δίκτυα επιρροής σε Λίβανο, Συρία, Υεμένη και αλλού. Η απαίτηση για τερματισμό του πολέμου, έστω και χωρίς ρητή αναφορά σε συγκεκριμένο μέτωπο, μεταφράζεται σε πίεση προς την Τεχεράνη να περιορίσει τη χρήση ένοπλων συμμάχων και αντιπροσώπων που αποσταθεροποιούν την περιοχή.
Στενό του Ορμούζ: ο στρατηγικός κόμβος στο επίκεντρο
Ιδιαίτερο βάρος έχει η αναφορά του Μερτς στην ανάγκη να «ξανανοίξει» το Στενό του Ορμούζ. Από αυτό το πέρασμα διέρχεται σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων θαλάσσιων εξαγωγών πετρελαίου, γεγονός που το καθιστά στρατηγική αρτηρία για τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Οποιαδήποτε διατάραξη της ναυσιπλοΐας εκεί λειτουργεί ως έμμεσος φόρος στην παγκόσμια οικονομία, μέσω υψηλότερων ασφαλίστρων, αυξημένου κόστους μεταφοράς και πιέσεων στις τιμές του πετρελαίου.
Για την Ευρώπη –και ειδικά για τη Γερμανία ως βιομηχανικό κέντρο– η ομαλή λειτουργία του Στενού του Ορμούζ αποτελεί προϋπόθεση για προβλέψιμο ενεργειακό κόστος. Μετά την ενεργειακή αναδιάταξη που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, η εξάρτηση από τη σταθερότητα των θαλάσσιων οδών της Μέσης Ανατολής έχει ενισχυθεί. Έτσι, η γερμανική ρητορική δεν είναι μόνο ζήτημα «αρχών», αλλά και έκφραση ενός πολύ συγκεκριμένου οικονομικού άγχους.
Τι σηματοδοτεί η σκληρή γλώσσα προς την Τεχεράνη;
Η επιμονή του Μερτς ότι οι απειλές κατά «άλλων γειτόνων στη Μέση Ανατολή» πρέπει να σταματήσουν δείχνει την αγωνία του Βερολίνου για ντόμινο κλιμάκωσης. Μια ευρύτερη σύρραξη που θα εμπλέξει περισσότερα κράτη του Κόλπου θα έθετε σε δοκιμασία όχι μόνο τις διπλωματικές ισορροπίες, αλλά και το σύστημα κυρώσεων, τις αμυντικές συμφωνίες και τις ενεργειακές ροές που στηρίζουν την ευρωπαϊκή οικονομία.
Ταυτόχρονα, η Γερμανία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αποτροπής και την αποφυγή πλήρους ρήξης με το Ιράν. Η επίκληση σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ υποδηλώνει ότι το Βερολίνο θεωρεί πως η μακροπρόθεσμη σταθερότητα περνά μέσα από έναν ανανεωμένο θεσμικό διάλογο για το πυρηνικό πρόγραμμα και τον ρόλο του Ιράν στην περιοχή, αντί για αποκλειστικά στρατιωτικές απαντήσεις.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε ένταση που επηρεάζει το Στενό του Ορμούζ μεταφράζεται σε αυξημένο ρίσκο για το κόστος ενέργειας και τη ναυτιλία. Η ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία, με ισχυρή παρουσία στις μεταφορές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τον Κόλπο, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων, τόσο σε επίπεδο ναύλων όσο και ασφαλίστρων. Παράλληλα, η πιθανή άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας πιέζει τα δημοσιονομικά περιθώρια της Αθήνας και το κόστος για βιομηχανία και νοικοκυριά. Η παρέμβαση της Γερμανίας υπέρ της αποκλιμάκωσης και της επαναλειτουργίας του Στενού ευθυγραμμίζεται με το ελληνικό συμφέρον για σταθερές θαλάσσιες οδούς και προβλέψιμο ενεργειακό κόστος, αναδεικνύοντας πόσο άμεσα συνδέονται οι γεωπολιτικές εξελίξεις με τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής αγοράς.






