Ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει στο προσκήνιο τη νομιμότητα της επιστολικής ψήφου, στοχοποιώντας αυτή τη φορά την πολιτεία του Μέριλαντ. Η κίνηση προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανοίγει νέο μέτωπο θεσμικής αντιπαράθεσης γύρω από τις εκλογικές διαδικασίες στις ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τον γενικό εισαγγελέα να διερευνήσουν την αποστολή επιστολικών ψηφοδελτίων στο Μέριλαντ. Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, υποστήριξε ότι εστάλησαν «500.000 παράνομα επιστολικά ψηφοδέλτια» και ότι η διαδικασία ευνοεί δυσανάλογα τους Δημοκρατικούς.
Τι καταγγέλλει ο Τραμπ για το Μέριλαντ
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αρχές του Μέριλαντ έστειλαν 500.000 επιστολικά ψηφοδέλτια, τα οποία χαρακτηρίζει «παράνομα», και τώρα ετοιμάζονται να αποστείλουν άλλα τόσα, χωρίς να είναι σαφές –όπως υποστηρίζει– τι έχει συμβεί με την πρώτη παρτίδα. Ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι «σημαντικός αριθμός» από αυτά τα ψηφοδέλτια κατέληξε σε ψηφοφόρους που πρόσκεινται στους Δημοκρατικούς, καθιστώντας «αδύνατη» την εκλογική προοπτική των Ρεπουμπλικανών στην πολιτεία.
Προχωρά μάλιστα σε ευθεία πολιτική στοχοποίηση του Δημοκρατικού κυβερνήτη Γουές Μουρ, τον οποίο χαρακτηρίζει «διεφθαρμένο» και τον κατηγορεί ότι σχεδίασε τη διαδικασία ώστε να διασφαλιστεί η νίκη του κόμματός του. Καταλήγει ότι τώρα «καταλαβαίνει» γιατί το Μέριλαντ θεωρείται επί δεκαετίες ασφαλής πολιτεία για τους Δημοκρατικούς.
Η επιστολική ψήφος ως πεδίο θεσμικής σύγκρουσης
Η κίνηση Τραμπ εντάσσεται σε μια μακρά αντιπαράθεση γύρω από την επιστολική ψήφο στις ΗΠΑ, που εντάθηκε μετά τις εκλογές του 2020. Οι Ρεπουμπλικάνοι σε αρκετές πολιτείες έχουν προωθήσει περιορισμούς στην επιστολική και πρόωρη ψήφο, επικαλούμενοι κινδύνους νοθείας, ενώ οι Δημοκρατικοί υπερασπίζονται την ευκολότερη πρόσβαση στην κάλπη ως εργαλείο διεύρυνσης της συμμετοχής.
Η εμπλοκή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ακόμη και μόνο ως πολιτικό αίτημα, φορτίζει θεσμικά τη συζήτηση. Το υπουργείο παραδοσιακά επιδιώκει να διατηρεί απόσταση από κομματικές αντιπαραθέσεις γύρω από τις εκλογές, καθώς τυχόν παρέμβαση μπορεί να εκληφθεί ως εργαλειοποίηση της ποινικής δικαιοσύνης για εκλογικά οφέλη.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την εμπιστοσύνη στις κάλπες
Πέρα από το άμεσο πολιτικό αποτύπωμα στο Μέριλαντ, το διακύβευμα είναι η ίδια η εμπιστοσύνη στην εκλογική διαδικασία. Η συστηματική αμφισβήτηση της νομιμότητας των επιστολικών ψήφων, χωρίς να έχουν προηγηθεί τελεσίδικες δικαστικές κρίσεις που να την τεκμηριώνουν, ενισχύει το κλίμα καχυποψίας στους ψηφοφόρους.
Σε βάθος χρόνου, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε δύο αντίρροπες δυναμικές: αφενός, σε περαιτέρω αυστηροποίηση των κανόνων πρόσβασης στην ψήφο, αφετέρου, σε ενίσχυση των δικαστικών συγκρούσεων γύρω από κάθε εκλογικό αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα είναι μια εκλογική διαδικασία περισσότερο νομικοποιημένη και λιγότερο αποδεκτή ως αυτονόητα νομιμοποιημένη από όλες τις πλευρές.
Τι σημαίνει η αντιπαράθεση για την αμερικανική θεσμική ισορροπία
Η στοχοποίηση ενός πολιτειακού κυβερνήτη και της εκλογικής διοίκησης από τον ίδιο τον πρόεδρο αναδεικνύει την ένταση ανάμεσα στο ομοσπονδιακό κέντρο και τις πολιτείες. Στο αμερικανικό σύστημα, οι εκλογές διεξάγονται κυρίως σε επίπεδο πολιτείας, με ευρεία αυτονομία στους κανόνες και στις διαδικασίες.
Όταν ο Λευκός Οίκος αμφισβητεί δημόσια την αξιοπιστία μιας πολιτείας, δημιουργείται πίεση για διεύρυνση των ομοσπονδιακών αρμοδιοτήτων στον εκλογικό έλεγχο. Μια τέτοια μετατόπιση, αν παγιωθεί, θα αναδιαμορφώσει την ισορροπία ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τις πολιτειακές κυβερνήσεις, με πιθανές συνέπειες και για άλλα πεδία πολιτικής.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία και αγορά, η νέα κλιμάκωση της εκλογικής πόλωσης στις ΗΠΑ δεν έχει άμεση οικονομική επίπτωση, αλλά αυξάνει τον θεσμικό κίνδυνο στην αμερικανική πολιτική. Περισσότερη αβεβαιότητα γύρω από την ομαλή μετάβαση εξουσίας και τη νομιμοποίηση των εκλογικών αποτελεσμάτων μεταφράζεται σε υψηλότερο πολιτικό ρίσκο για τις αγορές, επηρεάζοντας έμμεσα την όρεξη των επενδυτών για τοποθετήσεις σε περιφερειακές αγορές όπως η ελληνική. Σε ένα περιβάλλον όπου το πολιτικό ρίσκο τιμολογείται όλο και πιο προσεκτικά, η Ελλάδα οφείλει να προβάλλει θεσμική σταθερότητα και προβλεψιμότητα, ώστε να διαφοροποιείται θετικά έναντι μεγαλύτερων αλλά πιο ασταθών οικονομιών.






