Η Ελλάδα δαπανά το υψηλότερο ποσοστό εισοδήματος στην ΕΕ για στέγαση, με την κρίση να βαθαίνει. Ο Δημήτρης Ανδριόπουλος προτείνει άμεσο «σοκ προσφοράς» μέσω συμπράξεων κράτους και ιδιωτών.
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα αναδεικνύεται σε μείζον κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα, όπως προκύπτει από την πρόσφατη έρευνα του διαΝΕΟσις που παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας». Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ευάλωτες ομάδες, αλλά αγγίζει πλέον τον πυρήνα της μεσαίας τάξης και των νέων νοικοκυριών.
Η εικόνα της στεγαστικής πίεσης
Σύμφωνα με την έρευνα, το 35,5% του εισοδήματος των Ελλήνων κατευθύνεται στη στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένα στα τρία νοικοκυριά στις πόλεις δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για ενοίκιο ή δόση στεγαστικού, ενώ ένα στα δέκα έχει καθυστερήσεις πληρωμών. Την ίδια στιγμή, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης έχει υποχωρήσει στο 70% από 78% το 2010, προσεγγίζοντας πλέον τον μέσο όρο της ΕΕ.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι ενοικιαστές, οι νέοι 18-29 ετών και οι ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο. Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Μιλτιάδης Νεκτάριος, υπογράμμισε την αντίφαση μιας χώρας που είναι «πρώτη στην Ευρώπη στην κατοχή α’ και β’ κατοικίας», με 7,5 εκατομμύρια κατοικίες και τυπική επάρκεια οικιστικού αποθέματος, αλλά παρ’ όλα αυτά βιώνει στεγαστική κρίση λόγω λανθασμένων πολιτικών που ενισχύουν τη ζήτηση και περιορίζουν την προσφορά.
Ο ίδιος ζήτησε τη δημιουργία κεντρικού φορέα στέγασης, ικανού να σχεδιάσει μακροχρόνιες λύσεις, κυρίως στην κοινωνική στέγη, προειδοποιώντας ότι «δεν πρέπει να έχουμε ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να λυθεί κάτι μέσα στα επόμενα 2-3 χρόνια».
Η πρόταση Ανδριόπουλου: Συμπράξεις και στοχευμένα κίνητρα
Τη συζήτηση ανέλαβε να προχωρήσει ο αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της DIMAND, Δημήτρης Ανδριόπουλος, ο οποίος έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη για συντονισμένη δράση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Όπως τόνισε, η επίλυση του προβλήματος «απαιτεί την άψογη συνεργασία των ιδιωτικών κεφαλαίων και του κράτους», θυμίζοντας πως η χώρα αποδέχθηκε τις παραχωρήσεις υποδομών και απέκτησε ένα σύγχρονο οδικό δίκτυο.
Κατά τον Ανδριόπουλο, η πρώτη προτεραιότητα είναι ένα «άμεσο σοκ προσφοράς» νέων κατοικιών. Χωρίς αυτό, «δεν μπορούμε να δούμε βελτίωση». Το σοκ, όπως υπογράμμισε, πρέπει να προέλθει από συμπράξεις ιδιωτών και Δημοσίου, με την πολιτεία να ενεργοποιεί στοχευμένα εργαλεία: επιδότηση μέρους του ενοικίου ώστε να μην υπερβαίνει το 30% του εισοδήματος, μείωση ΦΠΑ στις σχετικές αναπτύξεις ή χορήγηση σταθερής επιδότησης ανά έργο, ώστε ο ιδιωτικός τομέας να παραδίδει μέσα σε περίπου τρία χρόνια διαμερίσματα συγκεκριμένων προδιαγραφών.
Παράλληλα, χαρακτήρισε πρωτοβουλίες όπως η κοινωνική αντιπαροχή δημόσιων ακινήτων, η επιδότηση ενοικίου και το πρόγραμμα «Ανακαινίζω» ως «πολύ μικρές παρεμβάσεις που δεν έχουν ορατή απόδοση» σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος. Για το φαινόμενο του gentrification, υποστήριξε ότι «δεν υπάρχει πιο έξυπνο πράγμα από το να επενδύσει κάποιος σε περιοχές που πιστεύει ότι θα ανέβουν», φέρνοντας ως παράδειγμα τις ζώνες γύρω από τους μελλοντικούς σταθμούς της Γραμμής 4 του Μετρό, όπου ήδη δρομολογούνται μεγάλες επενδύσεις.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Ανδριόπουλου μετατοπίζει τη συζήτηση από τα αποσπασματικά «μπαλώματα» σε μια επιθετική πολιτική αύξησης της προσφοράς, με συμπράξεις και ισχυρά κίνητρα. Αν η κυβέρνηση επιλέξει αυτόν τον δρόμο, θα χρειαστεί θεσμική ταχύτητα, χωροταξική πειθαρχία και σαφή στόχευση σε προσιτή –όχι απλώς νέα– κατοικία, αλλιώς το σοκ προσφοράς κινδυνεύει να μετατραπεί σε ακόμη ένα κύμα κερδοσκοπίας στην αγορά ακινήτων.






