Ο ΠΟΥ κηρύσσει διεθνή υγειονομική έκτακτη ανάγκη για τον Έμπολα στη ΛΔ Κονγκό. Σπάνιο στέλεχος, συγκρούσεις και περικοπές βοήθειας οξύνουν τον κίνδυνο.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κήρυξε την πρόσφατη επιδημία Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης διεθνούς ενδιαφέροντος για τη δημόσια υγεία», ενεργοποιώντας το υψηλότερο επίπεδο συναγερμού που διαθέτει. Η απόφαση ελήφθη κατ’ εξαίρεση χωρίς τη συνήθη συνεδρίαση επιτροπής ειδικών, μετά από διαβουλεύσεις με τις κυβερνήσεις του Κονγκό και της Ουγκάντας και ανάλυση των επιδημιολογικών δεδομένων.
Στην ανατολική ΛΔ Κονγκό καταγράφονται ήδη εκατοντάδες ύποπτα κρούσματα και πάνω από 130 ύποπτοι θάνατοι, με ενδείξεις διασποράς και στην γειτονική Ουγκάντα. Ο Έμπολα, ένας από τους πιο θανατηφόρους ιούς παγκοσμίως, εξελίσσεται ταχύτατα από πυρετό και εμετούς σε εσωτερικές αιμορραγίες και πολυοργανική ανεπάρκεια.
Το στέλεχος Bundibugyo και το κενό στα ιατρικά όπλα
Σε αντίθεση με τις περισσότερες από τις 16 προηγούμενες επιδημίες Έμπολα στο Κονγκό, που οφείλονταν στο στέλεχος Zaire, η τωρινή έξαρση προκαλείται από το σπάνιο στέλεχος Bundibugyo. Για το Zaire υπάρχουν αποτελεσματικά εμβόλια, στοχευμένες θεραπείες και γρήγορα διαγνωστικά τεστ. Για το Bundibugyo, όμως, δεν υπάρχουν ακόμη εξειδικευμένα ιατρικά αντίμετρα.
Αυτό είχε διπλό αποτέλεσμα: τα γρήγορα τεστ που είναι σχεδιασμένα για το Zaire απέτυχαν να ανιχνεύσουν εγκαίρως το νέο στέλεχος, επιτρέποντας στον ιό να κυκλοφορεί για εβδομάδες σε κοινότητες και νοσοκομεία, ενώ η θεραπεία περιορίζεται σε γενική υποστηρικτική φροντίδα. Οι εκτιμώμενοι δείκτες θνητότητας κυμαίνονται στο 30%-40%, αριθμός ιδιαίτερα υψηλός για χώρες με ήδη εύθραυστα συστήματα υγείας.
Η μετάδοση γίνεται μέσω σωματικών υγρών – σάλιο, αίμα, ιδρώτας, σεξουαλικά υγρά – με υψηλό κίνδυνο για υγειονομικούς, συγγενείς ασθενών και όσους συμμετέχουν σε ταφές. Η εμπειρία δείχνει ότι οι επιδημίες μπορούν να ελεγχθούν με επαρκή μέσα ατομικής προστασίας, εντατική ιχνηλάτηση επαφών και απομόνωση. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη γνώσης, αλλά η έλλειψη πόρων, προσωπικού, εργαστηριακής ικανότητας και logistics.
Πόλεμος, σύνορα και περικοπές διεθνούς βοήθειας
Η εστία της επιδημίας βρίσκεται στην επαρχία Ιτούρι, μια περιοχή με συγκρούσεις, έντονη μετακίνηση λόγω ορυχείων και βαθιά δυσπιστία απέναντι στο κράτος και τις διεθνείς οργανώσεις. Αυτές οι συνθήκες δυσχεραίνουν ακόμη και τις βασικές παρεμβάσεις δημόσιας υγείας, όπως οι εμβολιασμοί ή η ενημέρωση των κοινοτήτων.
Η γεωγραφία επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση: η Ιτούρι γειτνιάζει με την Ουγκάντα και η πιθανότητα μετάδοσης προς την Καμπάλα, μεγάλο αστικό και διαμετακομιστικό κόμβο, ανησυχεί τους ειδικούς. Παρά το κλείσιμο ορισμένων συνοριακών διαβάσεων από την Ουγκάντα, τα 950 χιλιόμετρα συνόρων και οι ιδιαίτερα κινητικοί πληθυσμοί καθιστούν αδύνατο τον πλήρη έλεγχο των ροών.
Ταυτόχρονα, οι περικοπές στη διεθνή χρηματοδότηση για την παγκόσμια υγεία αφήνουν τον κόσμο λιγότερο προετοιμασμένο απ’ ό,τι πριν από μια δεκαετία. Η ειδική ομάδα της USAID για ιούς τύπου Έμπολα έχει συρρικνωθεί δραστικά, τα δίκτυα εργαστηρίων που στήριζε το CDC σε φτωχές χώρες υποχρηματοδοτούνται και ο προϋπολογισμός του προγράμματος επειγόντων του ΠΟΥ έχει μειωθεί κατά σχεδόν 40% από το 2024. Παράλληλα, η βρετανική αναπτυξιακή βοήθεια έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο δύο δεκαετιών.
Ο κίνδυνος δεν είναι τόσο μια παγκόσμια πανδημία – ο τρόπος μετάδοσης του Έμπολα την καθιστά λιγότερο πιθανή – όσο η καταστροφική επίπτωση στις ήδη εύθραυστες κοινωνίες της Κεντρικής Αφρικής. Στην επιδημία της Δυτικής Αφρικής το 2014, εκατοντάδες υγειονομικοί έχασαν τη ζωή τους, με αποτέλεσμα εκτίναξη της μητρικής και παιδικής θνησιμότητας και κατάρρευση βασικών υπηρεσιών υγείας.
Το μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα είναι σαφές: η ΛΔ Κονγκό και η Ουγκάντα χρειάζονται άμεση οικονομική, τεχνική και υλική στήριξη για να περιορίσουν την επιδημία στην πηγή της. Σε έναν αλληλένδετο κόσμο, η αδιαφορία απέναντι στον «φλεγόμενο» γείτονα δεν είναι μόνο ανήθικη, αλλά και κοντόφθαλμη στρατηγικά.
Σχόλιο
: Η κρίση του Έμπολα στο Κονγκό αποκαλύπτει πόσο επικίνδυνη είναι η αποδόμηση της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής υγείας: περικοπές σε ΠΟΥ, USAID και CDC μετατρέπουν μια διαχειρίσιμη επιδημία σε γεωπολιτικό ρίσκο για ολόκληρη την Αφρική και, τελικά, για την παγκόσμια οικονομία. Η Ελλάδα, ως χώρα με ισχυρή ναυτιλία και διασυνδέσεις με την αφρικανική ήπειρο, έχει συμφέρον να στηρίξει ενεργά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια.






