Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον κλείνουν στο παρά πέντε μια άνιση αλλά κατευναστική εμπορική συμφωνία. Η ΕΕ μηδενίζει δασμούς στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, οι ΗΠΑ κρατούν 15% στις ευρωπαϊκές εξαγωγές.
Σε μια συμφωνία της τελευταίας στιγμής κατέληξαν Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες, αποφεύγοντας κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου και νέους τιμωρητικούς δασμούς. Μετά από μήνες δύσκολων διαπραγματεύσεων, ευρωβουλευτές και κράτη-μέλη συμφώνησαν στο τελικό κείμενο της εμπορικής συμφωνίας, λίγο πριν εκπνεύσει η προθεσμία που είχε θέσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για αύξηση των δασμών.
Οι όροι της συμφωνίας και η ασυμμετρία
Η συμφωνία, που είχε κλείσει σε επίπεδο αρχής από τον Ιούλιο, προβλέπει πλήρη κατάργηση των δασμών της ΕΕ στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα. Αντίστοιχα, οι ΗΠΑ δεσμεύονται να διατηρήσουν πλαφόν 15% στους δασμούς που επιβάλλουν σε ευρωπαϊκές εξαγωγές. Το αποτέλεσμα είναι μια εμφανώς ασύμμετρη ρύθμιση, με την Ευρώπη να ανοίγει πλήρως την αγορά της στη βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ, ενώ η Ουάσιγκτον διατηρεί σημαντικό επίπεδο προστασίας.
Παρά την ανισορροπία, οι Βρυξέλλες επέλεξαν τον δρόμο του συμβιβασμού, κρίνοντας ότι το κόστος μιας κατά μέτωπο σύγκρουσης με την αμερικανική κυβέρνηση θα ήταν πολύ μεγαλύτερο. Η απειλή του Τραμπ ήταν σαφής: αν η συμφωνία δεν τεθεί σε ισχύ έως τις 4 Ιουλίου, οι δασμοί στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα θα αυξάνονταν στο 25% από 15%, πλήττοντας καίρια έναν από τους πιο εξαγωγικούς κλάδους της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Διαδικασία επικύρωσης και πολιτικές προεκτάσεις
Το επόμενο βήμα είναι η τυπική επικύρωση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναμένεται να ψηφίσει τη συμφωνία στις 16 Ιουνίου, με τα κράτη-μέλη να ακολουθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μέχρι τότε, η αβεβαιότητα παραμένει, καθώς η Ουάσιγκτον έχει αποδείξει ότι δεν διστάζει να αναθεωρεί μονομερώς δεσμεύσεις, εφόσον το κρίνει πολιτικά σκόπιμο.
Η συμφωνία εκλαμβάνεται ως προσπάθεια αποσυμπίεσης των εντάσεων στο διατλαντικό εμπόριο, οι οποίες έχουν οξυνθεί το τελευταίο διάστημα. Ο Τραμπ ασκεί πιέσεις στους Ευρωπαίους όχι μόνο για εμπορικά και βιομηχανικά θέματα, αλλά και για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, όπως ο πόλεμος στο Ιράν. Σε αυτό το πλαίσιο, η εμπορική συμφωνία λειτουργεί και ως πολιτικό μήνυμα διατήρησης ενός ελάχιστου πλαισίου συνεργασίας.
Διασφαλίσεις της ΕΕ και ρίσκα για τις αγορές
Παρά την επίτευξη συμφωνίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρατά «γραμμή άμυνας». Διατηρεί εναλλακτικά εργαλεία για την προστασία των ευρωπαϊκών συμφερόντων, σε περίπτωση που οι ΗΠΑ προχωρήσουν τελικά σε νέα αύξηση δασμών. Αυτό σημαίνει ότι το οπλοστάσιο αντιμέτρων παραμένει στο τραπέζι, έστω και αν προς το παρόν δεν ενεργοποιείται.
Για τις αγορές και τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, η συμφωνία αφαιρεί έναν κρίσιμο βραχυπρόθεσμο κίνδυνο, ιδιαίτερα για την αυτοκινητοβιομηχανία και τον ευρύτερο βιομηχανικό κλάδο. Ωστόσο, η δομική αστάθεια στις εμπορικές σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ παραμένει, καθώς η πολιτικοποίηση των δασμών από την Ουάσιγκτον μετατρέπει το διεθνές εμπόριο σε διαρκές πεδίο διαπραγμάτευσης ισχύος και όχι κανόνων.
Σχόλιο
: Η Ευρώπη κερδίζει χρόνο, όχι ισορροπία. Αποφεύγει ένα άμεσο σοκ στους εξαγωγικούς της κλάδους, αλλά αποδέχεται μια άνιση συμφωνία που κατοχυρώνει την αμερικανική διαπραγματευτική υπεροχή. Το ουσιαστικό διακύβευμα μετατίθεται: αν η ΕΕ δεν χαράξει πιο επιθετική βιομηχανική και εμπορική στρατηγική, θα συνεχίσει να διαπραγματεύεται υπό το βάρος τελεσιγράφων.






