Κίνα – Ρωσία διακηρύσσουν στήριξη στον ΟΗΕ και «πολυπολικό» σύστημα

Πεκίνο και Μόσχα αυτοπαρουσιάζονται ως «υπεύθυνες δυνάμεις» που υπερασπίζονται τον ΟΗΕ, την ώρα που αμφισβητούν έμπρακτα τη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Πίσω από τη ρητορική περί διεθνούς δικαιοσύνης, διαμορφώνεται σταδιακά ένα εναλλακτικό μπλοκ κανόνων, θεσμών και οικονομικών ροών.

Ο Σι Τζινπίνγκ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν αξιοποίησαν την κοινή συνέντευξη Τύπου στο Πεκίνο για να στείλουν ένα προσεκτικά ζυγισμένο μήνυμα: Κίνα και Ρωσία εμφανίζονται ως «υπεύθυνες παγκόσμιες δυνάμεις» που θα «υπερασπιστούν την εξουσία του ΟΗΕ και τη διεθνή δικαιοσύνη» και θα «αντιταχθούν σε κάθε εκδήλωση μονομέρειας και ηγεμονισμού».

Η διατύπωση δεν είναι τυχαία. Πίσω από τη ρητορική περί σεβασμού του Χάρτη του ΟΗΕ, οι δύο χώρες επιχειρούν να ορίσουν εκ νέου ποιος έχει νομιμοποίηση να θέτει τους κανόνες της διεθνούς τάξης και με ποια εργαλεία – διπλωματικά, οικονομικά και, τελικά, στρατηγικά.

Τι σημαίνει «υπεράσπιση της εξουσίας του ΟΗΕ» για Πεκίνο και Μόσχα;

Όταν Πεκίνο και Μόσχα μιλούν για «εξουσία του ΟΗΕ», αναφέρονται κυρίως στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όπου διαθέτουν δικαίωμα βέτο και άρα δομική επιρροή. Η επίκληση του ΟΗΕ λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στην κριτική της Δύσης για την Ουκρανία, την Ταϊβάν και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Στην πράξη, Ρωσία και Κίνα χρησιμοποιούν το βέτο για να μπλοκάρουν αποφάσεις που θεωρούν ότι ενισχύουν τη δυτική παρέμβαση, ενώ ταυτόχρονα κατηγορούν τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους ότι παρακάμπτουν τον ΟΗΕ μέσω «συνασπισμών προθύμων» και μονομερών κυρώσεων. Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο τις αποφάσεις, αλλά τον ίδιο τον ρόλο των διεθνών θεσμών ως μηχανισμών νομιμοποίησης ισχύος.

«Μονομέρεια» και «ηγεμονισμός»: ο κώδικας μιας νέας γεωπολιτικής αντιπαράθεσης

Οι αναφορές του Σι στην «αντίθεση σε μονομέρεια και ηγεμονισμό» στοχεύουν ευθέως τις ΗΠΑ, χωρίς να τις κατονομάζουν. Για το Πεκίνο, οι αμερικανικές κυρώσεις, οι έλεγχοι στις εξαγωγές τεχνολογίας και η ενίσχυση των συμμαχιών στον Ινδο-Ειρηνικό συνιστούν απόπειρα ανάσχεσης της κινεζικής ανόδου.

Για τη Μόσχα, η ίδια ρητορική λειτουργεί ως αφήγημα νομιμοποίησης του πολέμου στην Ουκρανία: η Ρωσία παρουσιάζεται ως δύναμη που αντιστέκεται στην «επέκταση του ΝΑΤΟ» και στην «αμερικανική ηγεμονία», παρά το γεγονός ότι η εισβολή έχει χαρακτηριστεί από τη Δύση και μεγάλο μέρος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Διαμορφώνεται εναλλακτική αρχιτεκτονική θεσμών και κανόνων;

Η κοινή γραμμή Πεκίνου – Μόσχας δεν περιορίζεται στη ρητορική. Τα τελευταία χρόνια οι δύο χώρες ενισχύουν τη συνεργασία τους σε οργανισμούς όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και οι BRICS, όπου επιχειρούν να προωθήσουν ένα διαφορετικό μοντέλο οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης.

Παράλληλα, αναπτύσσονται παράλληλα συστήματα πληρωμών, συμφωνίες σε εθνικά νομίσματα και προσπάθειες μείωσης της εξάρτησης από το δολάριο. Αυτές οι κινήσεις δεν ανατρέπουν άμεσα το υφιστάμενο σύστημα, αλλά σταδιακά δημιουργούν ένα πλέγμα εναλλακτικών θεσμών, στο οποίο η Δύση έχει περιορισμένη επιρροή.

Η θέση της Κίνας: ισορροπία μεταξύ εικόνας «υπεύθυνης δύναμης» και στενής σχέσης με τη Ρωσία

Η Κίνα επιδιώκει μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία, θέλει να εμφανίζεται ως μετριοπαθής, «υπεύθυνη» δύναμη που σέβεται το διεθνές δίκαιο και τον ρόλο του ΟΗΕ. Από την άλλη, στηρίζει πολιτικά και οικονομικά τη Ρωσία, κρίσιμο εταίρο απέναντι στην πίεση των ΗΠΑ.

Η ρητορική περί «διεθνούς δικαιοσύνης» αξιοποιείται για να κερδηθούν ακροατήρια στον Παγκόσμιο Νότο, όπου κυριαρχεί η δυσπιστία προς τη δυτική πολιτική κυρώσεων και επεμβάσεων. Η Κίνα επιχειρεί να παρουσιαστεί ως προστάτης της «ισότητας των κρατών» και της μη επέμβασης, ακόμη κι αν η ίδια ακολουθεί μια ολοένα πιο διεκδικητική πολιτική στη Νότια Σινική Θάλασσα και την Ταϊβάν.

Μακροπρόθεσμες θεσμικές συνέπειες για το διεθνές σύστημα

Η σύμπλευση Κίνας – Ρωσίας γύρω από τον λόγο περί ΟΗΕ και «αντι-ηγεμονισμού» ενισχύει τη μετάβαση από μια μονοπολική σε μια πιο κατακερματισμένη, ανταγωνιστική παγκόσμια τάξη. Το διεθνές δίκαιο τείνει να ερμηνεύεται όλο και περισσότερο μέσα από το πρίσμα περιφερειακών συσχετισμών ισχύος, παρά ως ενιαίος κώδικας κανόνων.

Σε βάθος χρόνου, αυτή η εξέλιξη απειλεί να υποβαθμίσει την αποτελεσματικότητα των πολυμερών θεσμών. Ο ΟΗΕ παραμένει ο κεντρικός συμβολικός πυλώνας, αλλά η πραγματική διαχείριση κρίσεων μεταφέρεται σε άτυπους συνασπισμούς, περιφερειακές συμφωνίες ασφαλείας και οικονομικές ζώνες επιρροής.

Σχόλιο : Για την Ελλάδα, η εμβάθυνση του σινορωσικού άξονα γύρω από την αμφισβήτηση της δυτικής ηγεμονίας έχει δύο βασικές συνέπειες. Πρώτον, ενισχύει την πίεση προς την ΕΕ και το ΝΑΤΟ να λειτουργούν πιο συνεκτικά, κάτι που αφορά άμεσα την ελληνική ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεύτερον, στο οικονομικό πεδίο, ο σταδιακός κατακερματισμός του παγκόσμιου συστήματος πληρωμών και εμπορίου αυξάνει την αβεβαιότητα για τις ελληνικές εξαγωγές, τη ναυτιλία και τις επενδύσεις υποδομών. Η Αθήνα θα χρειαστεί να διατηρήσει την ευρωπαϊκή της αγκύρωση, ενώ ταυτόχρονα να διαχειριστεί προσεκτικά τις σχέσεις με την Κίνα ως επενδυτή και τη Ρωσία ως παράγοντα ενέργειας και περιφερειακής ασφάλειας, αποφεύγοντας κινήσεις που θα την τοποθετούσαν σε «γκρίζες ζώνες» κυρώσεων ή γεωπολιτικών ανταγωνισμών.

#Κίνα #Ρωσία #ΟΗΕ #Γεωπολιτική

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.