Νέο επεισόδιο στην ευαίσθητη ισορροπία Βουλής και Δικαιοσύνης προκαλεί η άρνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να προσέλθει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας επικαλείται τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών και παλαιότερη απόφαση του Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου.
Με αιχμηρή επιστολή προς την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας γνωστοποίησε ότι δεν προτίθεται να παραστεί στη σημερινή συνεδρίαση, όπου είχε κληθεί για «θέματα που αφορούν σε λειτουργικά ζητήματα της δικαιοσύνης προς τον σκοπό ενίσχυσης της διαφάνειας».
Η άρνησή του ανοίγει νέο κύκλο συζήτησης για τα όρια του κοινοβουλευτικού ελέγχου επί της Δικαιοσύνης και επαναφέρει στο προσκήνιο την ερμηνεία της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.
Επίκληση απόφασης ΑΠ και διάκρισης των εξουσιών
Στην επιστολή του, ο κ. Τζαβέλλας επικαλείται αποφάσεις του Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου και ιδίως μία του 2011, όταν εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ήταν ο Ιωάννης Τέντες. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη νομολογία, «δεν νοείται να πάει στη Βουλή για παροχή απαντήσεων για δικαιοδοτική κρίση ο εισαγγελέας Αρείου Πάγου», θέση που ο νυν εισαγγελέας θεωρεί ότι δεσμεύει και τη σημερινή του στάση.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η κλήση του, η οποία έγινε με βάση το άρθρο 43 παρ. 1 του Κανονισμού της Βουλής, «δεν συμβιβάζεται με τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών», καθώς –όπως αφήνει να εννοηθεί– θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμμεση λογοδοσία για δικαιοδοτικές κρίσεις ή για τον τρόπο λειτουργίας της εισαγγελικής αρχής.
Παράλληλα, σημειώνει ότι το αντικείμενο της κλήσης διατυπώνεται «αορίστως επί θεμάτων που δεν εξειδικεύονται», γεγονός που, κατά την άποψή του, ενισχύει τον θεσμικό προβληματισμό.
Σταθερή γραμμή αποστασιοποίησης της εισαγγελικής ηγεσίας
Η στάση του κ. Τζαβέλλα δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Υπενθυμίζεται ότι και η προκάτοχός του στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, είχε αρνηθεί να προσέλθει στη Βουλή υπό αντίστοιχες συνθήκες. Ανάλογη άρνηση είχε εκφράσει το 2024 και η τότε εισαγγελέας της ΕΥΠ Βασιλική Βλάχου, όταν ζητήθηκαν στοιχεία για τον πειθαρχικό της έλεγχο, όπως και η τότε αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου, Ελένη Φραγκάκη.
Οι επαναλαμβανόμενες αυτές αρνήσεις διαμορφώνουν μια σταθερή γραμμή αποστασιοποίησης της ανώτατης εισαγγελικής ηγεσίας από άμεση θεσμική εμπλοκή με τη Βουλή, ιδίως όταν τίθενται ζητήματα που μπορεί να αγγίζουν τον σκληρό πυρήνα της δικαιοδοτικής λειτουργίας.
Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας έχει αναχθεί τα τελευταία χρόνια σε κομβικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς καλείται να ελέγχει ευαίσθητους θεσμούς – από την ΕΥΠ έως τη Δικαιοσύνη – στο όνομα της διαφάνειας και της λογοδοσίας.
Σχόλιο
: Η επιστολή Τζαβέλλα εδραιώνει μια τάση θεσμικής άμυνας της Δικαιοσύνης απέναντι στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, με επίκληση της διάκρισης των εξουσιών. Ωστόσο, όσο η Βουλή αναζητά διαφάνεια και λογοδοσία σε κρίσιμες υποθέσεις, η επίμονη άρνηση ανώτατων δικαστικών να προσέλθουν κινδυνεύει να ενισχύσει την καχυποψία της κοινής γνώμης και να οξύνει την πολιτική πόλωση γύρω από τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.






