Ο Χρίστος Δήμας συναντήθηκε με τον Ευρωπαίο συντονιστή του Διαδρόμου Δυτικών Βαλκανίων-Ανατολικής Μεσογείου, Marian-Jean Marinescu. Στο επίκεντρο βρέθηκε η μετάβαση από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση έργων με απτό όφελος για πολίτες και οικονομία.
Η Αθήνα επιχειρεί να τοποθετήσει τον Διάδρομο Δυτικών Βαλκανίων-Ανατολικής Μεσογείου στον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής γεωοικονομικής αρχιτεκτονικής, με τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα να αναδεικνύει τον ρόλο της Ελλάδας ως νότιου κόμβου διασύνδεσης Ευρώπης και Ανατολικής Μεσογείου. Η συνάντηση εργασίας με τον Ευρωπαίο Συντονιστή του Διαδρόμου, Marian-Jean Marinescu, εντάσσεται στην τελική φάση οριστικοποίησης του Σχεδίου Δράσης για την ολοκλήρωση των σχετικών υποδομών.
Γιατί ο διάδρομος χαρακτηρίζεται «στρατηγικός»
Ο Χρίστος Δήμας περιέγραψε τον Διάδρομο Δυτικών Βαλκανίων-Ανατολικής Μεσογείου ως έναν από τους πλέον στρατηγικούς νέους ευρωπαϊκούς διαδρόμους, υπογραμμίζοντας ότι λειτουργεί ως εργαλείο συνοχής, διεύρυνσης και γεωοικονομικής σταθερότητας στην περιοχή. Κατά τον υπουργό, πρόκειται για τον συντομότερο νότιο άξονα που συνδέει την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, στοιχείο που μπορεί να τον καταστήσει τον πιο ανταγωνιστικό πολυτροπικό διάδρομο, λόγω μικρότερης γεωγραφικής απόστασης και ισχυρών προοπτικών σε διατροπικότητα και κέντρα logistics.
Η ελληνική πλευρά επιχειρεί έτσι να αναβαθμίσει τον διάδρομο από ένα κλασικό έργο μεταφορών σε «κομβικό ευρωπαϊκό γεωοικονομικό άξονα». Ο Δήμας τόνισε ότι ο διάδρομος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ακόμη μία γραμμή στο χάρτη των μεταφορών, αλλά ως υποδομή που μπορεί να συνδεθεί και με διεθνή δίκτυα, όπως ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης, εντάσσοντας την Ελλάδα σε μια ευρύτερη αλυσίδα εμπορίου και διαμετακόμισης.
Από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση: η πίεση των εξελίξεων
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου, υπουργός και Ευρωπαίος Συντονιστής συμφώνησαν ότι το κρίσιμο ζητούμενο πλέον είναι η «σαφής και συλλογική εστίαση» στην πραγματική υλοποίηση των έργων υποδομής. Η κοινή παραδοχή είναι ότι οι γεωπολιτικές και γεωοικονομικές εξελίξεις επιβάλλουν σε κράτη μέλη και ευρωπαϊκούς θεσμούς να μετακινηθούν από τον σχεδιασμό στα απτά αποτελέσματα επί του πεδίου, με ενισχυμένη χρηματοδοτική κάλυψη.
Ο Χρίστος Δήμας συνέδεσε ευθέως την πρόοδο του διαδρόμου με την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών επενδύσεων: όπως σημείωσε, «τελικά αυτό είναι που θα δημιουργήσει ουσιαστική προστιθέμενη αξία για τους πολίτες και θα αποδείξει το πρακτικό όφελος των ευρωπαϊκών επενδύσεων». Παράλληλα, έθεσε ως ζητούμενο την εφαρμογή πολιτικών που θα επιφέρουν την αναγκαία τομή για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, δείχνοντας ότι η κυβέρνηση βλέπει τις υποδομές μεταφορών ως εργαλείο βιομηχανικής και εμπορικής πολιτικής, όχι μόνο ως τεχνικό έργο.
Η ελληνική θέση στον νέο χάρτη διασυνδέσεων
Η ανάδειξη του Διαδρόμου Δυτικών Βαλκανίων-Ανατολικής Μεσογείου ως «νότιου άξονα» που συνδέει Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, μεταφράζεται για την Ελλάδα σε διεκδίκηση ρόλου περιφερειακού κόμβου. Η αναφορά σε διατροπικότητα και logistics hubs δείχνει ότι στο επίκεντρο βρίσκονται λιμάνια, σιδηροδρομικές γραμμές και οδικοί άξονες που μπορούν να μετατρέψουν τη χώρα σε πύλη εισόδου και ανακατανομής φορτίων προς την ευρωπαϊκή ενδοχώρα.
Η προοπτική σύνδεσης με τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης προσθέτει μια διάσταση διεθνούς ανταγωνισμού, όπου η Ελλάδα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρει αξιόπιστες, γρήγορες και ασφαλείς διαδρομές. Σε αυτό το πλαίσιο, η έμφαση στην «πραγματική εφαρμογή επί του πεδίου» λειτουργεί και ως έμμεση παραδοχή ότι η ταχύτητα υλοποίησης θα κρίνει ποιοι κόμβοι θα κυριαρχήσουν στον νέο χάρτη μεταφορών.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα πολίτη, η συζήτηση για τον Διάδρομο Δυτικών Βαλκανίων-Ανατολικής Μεσογείου αφορά άμεσα το αν η χώρα θα καταφέρει να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε σταθερό οικονομικό πλεονέκτημα. Αν οι υποδομές προχωρήσουν με συνέπεια, μπορούν να στηρίξουν νέες θέσεις εργασίας σε μεταφορές, logistics και υπηρεσίες, να ενισχύσουν την περιφερειακή ανάπτυξη και να βελτιώσουν την ποιότητα των μετακινήσεων. Αντίθετα, καθυστερήσεις ή αποσπασματικές παρεμβάσεις θα αφήσουν την Ελλάδα θεατή σε μια αναδιανομή ρόλων όπου άλλοι κόμβοι της περιοχής θα καρπωθούν τις ροές εμπορίου και επενδύσεων. Η πολιτική πρόκληση είναι να μετατραπεί η ευρωπαϊκή στρατηγική σε μετρήσιμα έργα, με διαφάνεια, σταθερή χρηματοδότηση και σαφή λογοδοσία για το πώς οι μεγάλες υποδομές επιστρέφουν οφέλη στην καθημερινότητα και στο εισόδημα των πολιτών.






